«Δύο δισεκατομμύρια ευρώ [από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης] έχουν μεταφερθεί στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα» και «τα ώριμα [επενδυτικά] σχέδια θα μπορέσουν να χρηματοδοτηθούν από εκεί κυρίως σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις», ανέφερε ο Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank, Φωκίων Καραβίας, στο ετήσιο Συνέδριο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», που διοργανώνει ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Ο Καραβίας για Ταμείο Ανάκαμψης
Ο κ. Καραβίας χαρακτήρισε «πολύ πετυχημένη» τη συνολική εμπειρία από το Ταμείο Ανάκαμψης και «σωστή» την απόφαση προώθησης του δανειακού σκέλους μέσω τραπεζών και συμβουλευτικών εταιρειών. Όπως είπε, υπήρξαν «πολύ διαφανείς διαδικασίες» και οι πόροι κατευθύνθηκαν σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας, όπως η ενέργεια, ο τουρισμός και η μεταποίηση.
Πρόσθεσε ότι οι διαθέσιμοι πόροι έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί, ενώ το πρόβλημα έγινε εμφανές «τις τελευταίες δέκα ημέρες». Για τις πλεονάζουσες αιτήσεις χρηματοδότησης, εκτίμησε ότι «από τα 6-8 δισ. επενδυτικών σχεδίων ένα κομμάτι θα χρηματοδοτηθεί από τον τραπεζικό τομέα, ένα άλλο κομμάτι μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας και των τραπεζών και ένα κομμάτι θα ακυρωθεί», καταλήγοντας ότι «ίσως κάποια έργα ακυρωθούν ή γίνουν με μεγαλύτερο κόστος».
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank τόνισε ακόμη ότι «το τραπεζικό σύστημα είναι ισχυρό και μπορεί να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις», απορρίπτοντας παράλληλα πολλές από τις επικρίσεις που διατυπώνονται για τις τράπεζες. Όπως σημείωσε, «πολλά από τα θέματα που θίγονται γύρω από τις τράπεζες είναι ανακριβή – και ίσως σκόπιμα».
Ειδικά για τα «υπερκέρδη» των τραπεζών, επισήμανε ότι η κερδοφορία κάθε επιχείρησης κρίνεται σε σχέση με τα επενδεδυμένα κεφάλαια, σημειώνοντας ότι σήμερα το τραπεζικό σύστημα διαθέτει «τριπλάσια κεφάλαια σε σχέση με πριν από την κρίση» και ότι οι ελληνικές τράπεζες «δεν διαφέρουν από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών» ως προς την απόδοση των κεφαλαίων. Αναφερόμενος στη διαφορά επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, σημείωσε ότι το επιτοκιακό περιθώριο «είναι υψηλό», αλλά βρίσκεται κοντά στα επίπεδα άλλων χωρών της νότιας Ευρώπης όπως η Πορτογαλία, η Κύπρος και η Ιταλία, αλλά και χωρών ίδιου μεγέθους με την Ελλάδα, όπως η Αυστρία.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι στόχος πρέπει να είναι «να βελτιώσουμε τη θέση του Έλληνα πολίτη μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας», κάτι που – όπως είπε – μπορεί να επιτευχθεί «με επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις ή και τα δύο».
Αναφερόμενος στις προοπτικές της οικονομίας, σημείωσε ότι «το ρίσκο που προβληματίζει περισσότερο είναι οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η υψηλή τιμή του πετρελαίου που οδηγεί τον πληθωρισμό υψηλότερα και την ανάπτυξη χαμηλότερα». Εκτίμησε ωστόσο ότι «στην Ελλάδα οι ενδείξεις είναι ενθαρρυντικές», παρότι η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί, ενώ πρόσθεσε ότι «δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κίνδυνος για νέα γενιά κόκκινων δανείων στην Ελλάδα».






































