Την αισιόδοξη στάση της για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας διατηρεί η Wood & Company, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα εισέρχεται στη νέα περίοδο γεωπολιτικών και ενεργειακών αναταράξεων από σαφώς ισχυρότερη θέση σε σχέση με προηγούμενους κύκλους κρίσεων. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η πορεία της οικονομίας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή και των επιπτώσεών της στις αγορές ενέργειας και τον τουρισμό.
Το γενικό κλίμα παρέμεινε θετικό για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της χώρας
Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν και από το ετήσιο συνέδριο της Wood στην Αθήνα («Greek Retreat»), που πραγματοποιήθηκε στις 14 και 15 Μαΐου, με τη συμμετοχή κυβερνητικών στελεχών, τραπεζών και κορυφαίων εισηγμένων εταιρειών.
Σύμφωνα με τη Wood, το γενικό κλίμα παρέμεινε θετικό για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της χώρας, καθώς η ελληνική οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχυρή φάση σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη, υποστηριζόμενη από επενδύσεις, ανθεκτική πιστωτική επέκταση, δημοσιονομικά πλεονάσματα και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων.
Ωστόσο, η Wood σημειώνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πληθωριστικοί κίνδυνοι και ότι το υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει πρόκληση, αν και αποδίδεται στην ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης, στις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και στην ενίσχυση των άμεσων ξένων επενδύσεων.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Η Wood εκτιμά ότι η Ελλάδα είναι σε καλύτερη θέση από άλλες οικονομίες που εξαρτώνται περισσότερο από τις εισαγωγές ενέργειας, όπως η Τουρκία, ή από μικρές ανοικτές οικονομίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η χώρα θα μπορούσε να επηρεαστεί σημαντικά, κυρίως μέσω πιθανής επιβράδυνσης των τουριστικών ροών.
Στο πλαίσιο του συνεδρίου, ο επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του πρωθυπουργού, Μιχάλης Αργυρού, παρουσίασε μια συνολικά θετική εικόνα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, ακόμη και υπό το βάρος των πρόσφατων γεωπολιτικών εξελίξεων.
Η Wood δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στη συζήτηση για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τις δυνατότητες ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η κυβέρνηση εξακολουθεί να εκτιμά ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης σε όλα τα σενάρια για τις τιμές της ενέργειας, με τον βασικό στόχο ανάπτυξης για το 2026 να διαμορφώνεται κοντά στο 2%, ακόμη και υπό δυσμενέστερες παραδοχές για τις τιμές του πετρελαίου.
Σύμφωνα με τη Wood, παρότι ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ, οι ελληνικές αρχές θεωρούν ότι αυτό συνδέεται κυρίως με την ισχυρή εγχώρια ζήτηση, την τελική φάση απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και το ενεργειακό μείγμα της χώρας, το οποίο εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα, και όχι με την ύπαρξη μακροοικονομικών ανισορροπιών.
Μεταρρυθμίσεις
Η Wood δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στη συζήτηση για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και τις δυνατότητες ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έως τη δεκαετία του 2030. Όπως επισημάνθηκε στο συνέδριο, οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας έχουν αναθεωρηθεί ανοδικά στο 1,4% για το 2025, από 0,9% το 2020, επίπεδο πλέον υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με τη Wood, σημαντικό μέρος του επενδυτικού κενού της Ελλάδας σε σχέση με την ΕΕ εντοπίζεται πλέον στον τομέα της κατοικίας, ενώ οι παραγωγικές επενδύσεις εκτός κατασκευών έχουν σε μεγάλο βαθμό συγκλίνει προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Η κυβέρνηση, όπως αναφέρεται, απορρίπτει επίσης την άποψη ότι η ελληνική οικονομία παραμένει υπερβολικά εξαρτημένη από τον τουρισμό και τη ναυτιλία, τονίζοντας την ενίσχυση της μεταποιητικής δραστηριότητας, των εξαγωγών τεχνολογίας και της συνολικής παραγωγικότητας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο νέο πακέτο συνταγματικών μεταρρυθμίσεων που προωθεί ο πρωθυπουργός, το οποίο, σύμφωνα με τη Wood, θα μπορούσε να ενισχύσει τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της χώρας. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν κανόνες ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, ετήσιες δημοσιονομικές εκθέσεις, περιορισμούς στην αναδρομική φορολόγηση, αξιοκρατικές προαγωγές στο Δημόσιο και μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη για τη μείωση της πολιτικής επιρροής στις ανώτατες τοποθετήσεις.
Η συζήτηση για το Υπερταμείο
Ξεχωριστή ενότητα της έκθεσης αφιερώνεται στο Υπερταμείο (Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας) με τον αναπληρωτή διευθύνοντα σύμβουλο, Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, να παρουσιάζει το νέο ρόλο του Ταμείου ως μια στρατηγική επενδυτική πλατφόρμα του ελληνικού Δημοσίου.
Το Υπερταμείο, που διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία άνω των 12 δισ. ευρώ σε 11 διαφορετικούς κλάδους, επιδιώκει πλέον να λειτουργήσει όχι μόνο ως διαχειριστής κρατικών συμμετοχών αλλά και ως επενδυτικός καταλύτης για την οικονομία, με έμφαση στην ενεργειακή μετάβαση, την αξιοποίηση ακινήτων και τις υποδομές λιμένων, μαρινών και logistics.
Η Wood εκτιμά ότι το 2026 θα αποτελέσει κομβικό έτος μετάβασης «από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση», με στόχο την κινητοποίηση σημαντικών ιδιωτικών και ξένων επενδύσεων σε έργα στρατηγικής σημασίας.
Σύμφωνα με τη Wood, το Υπερταμείο φαίνεται να εξελίσσεται σταδιακά σε έναν οργανισμό που προσομοιάζει σε εθνικό επενδυτικό ταμείο, συνδυάζοντας στοιχεία κρατικής διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, βιομηχανικής πολιτικής, συντονισμού υποδομών και προώθησης επενδύσεων.
Για τις τράπεζες
Αναφορικά με τις τράπεζες, η Wood επισημαίνει ότι οι επαφές με τη διοίκηση των ελληνικών τραπεζών επιβεβαίωσαν τη θετική εικόνα για την οικονομία, αν και με πιο προσεκτικό τόνο λόγω των γεωπολιτικών κινδύνων.
Οι τράπεζες εξακολουθούν να βλέπουν ισχυρή ζήτηση για επιχειρηματικά δάνεια και επενδυτική δραστηριότητα, ενώ μέχρι στιγμής δεν καταγράφονται σοβαρές ενδείξεις επιβράδυνσης στον τουρισμό. Ο βασικός κίνδυνος, σύμφωνα με τη Wood, δεν είναι το αρχικό σοκ αλλά η πιθανή παρατεταμένη διάρκειά του.
Επίσης, επισημάνθηκε ότι οι ελληνικές τράπεζες θεωρούν πως ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων δεν θα επιδεινώσει απαραίτητα σημαντικά τις συνθήκες χρηματοδότησης, ενώ αντιθέτως θα μπορούσε να στηρίξει την κερδοφορία τους.
Που εστίασαν οι επενδυτές
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των επενδυτών στο συνέδριο βρέθηκαν κυρίως οι τράπεζες, ενώ έντονο ενδιαφέρον καταγράφηκε και για εταιρείες όπως η Allwyn μετά τη συγχώνευσή της με τον ΟΠΑΠ, η Metlen Energy & Metals μετά το profit warning του Ιανουαρίου, η Cenergy Holdings λόγω της έκθεσής της στις ενεργειακές υποδομές και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ χάρη στο ισχυρό ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων και το χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων.
Ιδιαίτερη προσοχή συγκέντρωσαν επίσης οι Motor Oil Hellas και HELLENiQ Energy, εν μέσω της αναταραχής στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και της ενίσχυσης των περιθωρίων διύλισης.



































