Ο στόχος των ελληνικών τραπεζών μέσω των περισσότερων κινήσεων μη οργανικής μεγέθυνσης και της στρατηγικής πωλήσεων που εφαρμόζουν τα τελευταία χρόνια σε όλα τα κανάλια τους, είναι ξεκάθαρος.
Στο α΄ τρίμηνο του 2026 οι τρεις από τους τέσσερις μεγάλους του κλάδου που έχουν δημοσιοποιήσει τις οικονομικές τους καταστάσεις, εμφανίζουν ετήσια αύξηση μεγαλύτερη του 20% στα καθαρά έσοδα από προμήθειες.
Επιδιώκουν τόσο την αύξηση των εσόδων από προμήθειες σε απόλυτο αριθμό, όσο και την αναβάθμιση του ρόλου τους στη διαμόρφωση της ετήσιας κερδοφορίας.
Το εγχείρημα μέχρι στιγμής στέφεται με επιτυχία. Μέσα σε λίγα χρόνια οι συστημικοί όμιλοι έχουν δει το εισόδημα από μη τοκοφόρες εργασίες να αυξάνεται σε σημαντικό βαθμό.
Τα νούμερα
Ειδικότερα, από τα 1,57 δισ. ευρώ το 2022, αναρριχήθηκε σε 1,67 δισ. ευρώ το 2023, 2,16 δισ. ευρώ το 2024 και 2,42 δισ. ευρώ κατά την περυσινή χρήση.
Πρόκειται για μία 4ετιά σταθερής ανάπτυξης των σχετικών εσόδων, που ήλθε τόσο από εξαγορές, όσο και από οργανικές επιδόσεις.
Κατά τη διάρκειά της η άνοδος έχει ξεπεράσει σωρευτικά το 50%, ενώ συνεχίζεται και εφέτος.
Στο α΄ τρίμηνο του 2026 οι τρεις από τους τέσσερις μεγάλους του κλάδου που έχουν δημοσιοποιήσει τις οικονομικές τους καταστάσεις, εμφανίζουν ετήσια αύξηση μεγαλύτερη του 20% στα καθαρά έσοδα από προμήθειες.
Εξάλλου, κατά την περυσινή χρήση το ποσοστό τους στο σύνολο των καθαρού εισοδήματος διαμορφώθηκε σε 22% έναντι 20% το 2024 και 16% το 2023.
Αυτή η επιτυχία είναι αποτέλεσμα κυρίως των εξής:
-Της αύξησης των εργασιών στο asset management
-Τις ενίσχυσης των πωλήσεων ασφαλιστικών προϊόντων μέσω των τραπεζικών δικτύων
-Της ανόδου των εκταμιεύσεων στα δάνεια
-Των εξαγορών εταιρειών του ευρύτερου χρηματοοικονομικού τομέα με μη έντοκα έσοδα
Τι κερδίζουν
Το κέρδος για τις τράπεζες είναι σημαντικό. Το βασικότερο είναι πως μειώνεται η ευαισθησία των αποτελεσμάτων τους στις μεταβολές της νομισματικής πολιτικής.
Πρόκειται για ένα παράγοντα που μπορεί μέσα σε λίγα τρίμηνα να ανατρέψει τις προοπτικές για την πορεία των εσόδων τους.
Αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό τα προηγούμενα χρόνια σε όλες τις φάσεις αύξησης και αποκλιμάκωσης του κόστους χρήματος.
Όταν οι δείκτες της ΕΚΤ αυξάνονταν από το καλοκαίρι του 2022 έως και το Σεπτέμβριο του 2023, οι εγχώριοι όμιλοι είδαν τα έσοδα από τόκους να ενισχύονται σημαντικά.
Με την έναρξη της διαδικασίας μείωσής τους τον Ιούνιο του 2024, το εισόδημα ακολούθησε την ακριβώς αντίθετη πορεία.
Η πίεση αυτή απορροφήθηκε μέσω των κινήσεων αντιστάθμισης κινδύνου και της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, ωστόσο διαφάνηκε για μία ακόμη φορά πως επιδρούν στα τραπεζικά οι εποτοκιακές μεταβολές.
Ως εκ τούτου, σημειώνουν αναλυτές, στόχο της στρατηγικής διαφοροποίησης των πηγών εισοδήματος που εφαρμόζουν σταθερά οι τράπεζες στην τρέχουσα δεκαετία, αποτελεί η μείωση των ρίσκων, ανοδικών ή καθοδικών, για τα κέρδη τους.
Η κάλυψη των εξόδων
Επιπλέον, μέσω των ροών από μη τοκοφόρες εργασίες, επιδιώκουν να καλύπτουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος των εξόδων τους.
Το 2023 αντιπροσώπευαν το 50% του συνολικού λειτουργικού τους κόστους.
Το ποσοστό αυτό ανέβηκε στο 58% το 2024 και στο 61% το 2025, εξέλιξη ιδιαίτερα σημαντική, μιας και σε αυτές τις χρήσεις καταγράφηκε και σημαντική αύξηση στα έξοδα.
Έτσι, ενισχύεται η δυνατότητά τους να καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος των δαπανών, ανεξάρτητα από τη φάση του οικονομικού κύκλου.
Δηλαδή μειώνονται οι κίνδυνοι και αυξάνεται η προβλεψιμότητα για την πορεία των τραπεζικών κερδών.
Από την άλλη, το μεγαλύτερο μέρος του επιτοκιακού εσόδου μπορεί να αξιοποιηθεί για διανομές μερίσματος, χτίσιμο κεφαλαιακών μαξιλαριών ή νέες εξαγορές.




































