Η ενεργειακή κρίση από τα κλειστά Στενά του Ορμούζ, μοιάζει να εντείνει την πίεση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις με όλο και μικρότερους τζίρους, με οριακή ρευστότητα και επαγγελματίες που προσπαθούν να κρατηθούν στην αγορά, χωρίς καμία σκέψη ανάπτυξης. Οι δυσκολίες για τις μικρότερες επιχειρήσεις αποκαλύπτουν τη δύσκολη καθημερινότητα, καθώς αναγκάζονται να περιορίζουν προσωπικό, αλλάζουν χώρο ή κλείνουν αθόρυβα έπειτα από δεκαετίες λειτουργίας. Στη θέση τους εμφανίζονται μεγαλύτερες αλυσίδες, επιχειρήσεις με ισχυρότερη χρηματοδότηση ή μοντέλα χαμηλού κόστους που λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά ψηφιακά.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η πίεση εξελίσσεται σε μια περίοδο όπου η ελληνική οικονομία εμφανίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης
Η πίεση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Τα στοιχεία που φτάνουν σε επιμελητήρια, και επαγγελματικές ενώσεις προκαλούν έντονο προβληματισμό. Σχεδόν οι μισές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δηλώνουν ότι βρίσκονται κοντά σε οικονομικό αδιέξοδο ή αντιμετωπίζουν σοβαρό κίνδυνο διακοπής δραστηριότητας. Τα στοιχεία δείχνουν ότι χιλιάδες επιχειρήσεις βγήκαν τραυματισμένες από την πανδημία και δεν κατάφεραν ποτέ να ανακτήσουν πλήρως σταθερό έδαφος.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η πίεση εξελίσσεται σε μια περίοδο όπου η ελληνική οικονομία εμφανίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αύξηση στις τουριστικές ροές, αυξημένες επενδύσεις και θετικές αξιολογήσεις από αγορές και διεθνείς οίκους. Αυτή ακριβώς η αντίθεση είναι που προκαλεί πλέον όλο και μεγαλύτερη εντύπωση. Παράγοντες της αγοράς περιγράφουν πλέον μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι μεγάλες επιχειρήσεις που έχουν πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, ψηφιακά εργαλεία και οργανωμένα δίκτυα. Από την άλλη, χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις προσπαθούν κυρίως να διαχειριστούν λειτουργικά έξοδα, ασφαλιστικές εισφορές, αυξημένο ενεργειακό κόστος και μια κατανάλωση που εμφανίζεται ολοένα πιο επιφυλακτική.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί μικρομεσαίοι επιχειρηματίες θεωρούν ότι η ανάπτυξη που παρουσιάζεται σε κυβερνητικό επίπεδο δεν φτάνει πραγματικά στην αγορά
Το κόστος ανεβαίνει
Το πρόβλημα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι η αίσθηση ότι όλα ακριβαίνουν ταυτόχρονα. Τα ενοίκια αυξάνονται, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα. Η ενέργεια παραμένει ακριβή λόγω του πολέμου και της γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Οι πρώτες ύλες διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα. Οι μισθολογικές πιέσεις εντείνονται λόγω έλλειψης προσωπικού σε αρκετούς κλάδους. Οι ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις παραμένουν βαριές για μικρές επιχειρήσεις με περιορισμένη ρευστότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, πολλοί μικρομεσαίοι επιχειρηματίες θεωρούν ότι η ανάπτυξη που παρουσιάζεται σε κυβερνητικό επίπεδο δεν φτάνει πραγματικά στην αγορά. Το παράπονο που επανέρχεται σχεδόν σε κάθε επαγγελματική συζήτηση είναι ότι «οι αριθμοί πάνε καλά, αλλά τα ταμεία όχι». Το στοιχείο αυτό έχει αρχίσει να προκαλεί ανησυχία και στο κυβερνητικό επιτελείο καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτέλεσαν επί χρόνια βασικό κοινωνικό και εκλογικό ακροατήριο. Ταυτόχρονα αποτελούν τον κορμό της ελληνικής οικονομίας, καθώς καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης.
Στην αγορά έχει διαμορφωθεί η αίσθηση ότι το τραπεζικό σύστημα στηρίζει κυρίως μεγαλύτερους ομίλους, έργα υψηλής απόδοσης και επιχειρήσεις που συνδέονται με μεγάλα επενδυτικά projects ή το Ταμείο Ανάκαμψης
Η συζήτηση για τις τράπεζες
Η συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα και στις τράπεζες. Παρά τη θεαματική βελτίωση της εικόνας του τραπεζικού συστήματος, μεγάλο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εξακολουθεί να αισθάνεται αποκλεισμένο από τη χρηματοδότηση. Η άνοδος των επιτοκίων τα προηγούμενα χρόνια επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το κόστος δανεισμού, ενώ οι αυστηρότεροι όροι χρηματοδότησης περιόρισαν τις δυνατότητες πολλών μικρών επιχειρήσεων να αποκτήσουν νέα ρευστότητα.

Στην αγορά έχει διαμορφωθεί η αίσθηση ότι το τραπεζικό σύστημα στηρίζει κυρίως μεγαλύτερους ομίλους, έργα υψηλής απόδοσης και επιχειρήσεις που συνδέονται με μεγάλα επενδυτικά projects ή το Ταμείο Ανάκαμψης. Το αποτέλεσμα είναι να διευρύνεται σταδιακά η απόσταση ανάμεσα στις μεγάλες και τις μικρές επιχειρήσεις. Τραπεζικά στελέχη παραδέχονται ότι η κατάσταση δεν είναι απλή. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις συχνά εμφανίζουν χαμηλή κεφαλαιακή επάρκεια, περιορισμένες εγγυήσεις και αυξημένο ρίσκο. Ωστόσο, ακόμη και κυβερνητικοί παράγοντες αναγνωρίζουν ότι η έλλειψη πρόσβασης σε χρηματοδότηση λειτουργεί πλέον ως παράγοντας που οδηγεί την αγορά σε υψηλό βαθμό συγκέντρωσης.
Η ψηφιακή μετάβαση και η νέα ανισότητα
Ένας ακόμη παράγοντας που βαθαίνει την πίεση είναι η ψηφιακή προσαρμογή, με την επέκταση των ηλεκτρονικών τιμολογίων, των διασυνδέσεων POS, των ψηφιακών ελέγχων και των νέων φορολογικών εργαλείων, να αντιμετωπίζεται από πολλές μικρές επιχειρήσεις περισσότερο ως πρόσθετο κόστος παρά ως εργαλείο εκσυγχρονισμού.
Ιδιαίτερα στην περιφέρεια, πολλοί επαγγελματίες δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την ταχύτητα των αλλαγών. Το κόστος λογιστικής υποστήριξης, νέου εξοπλισμού και τεχνικής προσαρμογής αυξάνεται συνεχώς, σε μια περίοδο όπου η ρευστότητα είναι ήδη περιορισμένη.
Αν και είναι δεδομένο ότι η ψηφιοποίηση είναι αναγκαία για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και τον εκσυγχρονισμό της οικονομία, στην αγορά διαμορφώνεται σταδιακά η αίσθηση ότι το νέο μοντέλο ευνοεί επιχειρήσεις με μεγαλύτερη οργανωτική και κεφαλαιακή δυνατότητα.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις εξαιρετικά χαμηλές τιμές
Η πίεση από τις πλατφόρμες χαμηλού κόστους
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες και με μια νέα μορφή ανταγωνισμού που αλλάζει ραγδαία την αγορά λιανικής. Η εκρηκτική άνοδος πλατφορμών όπως η Shein και η Temu προκαλεί έντονη ανησυχία σε εμπόρους και επαγγελματικούς φορείς, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως η ένδυση, τα είδη σπιτιού, τα μικροαντικείμενα και τα εποχικά προϊόντα.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Στην αγορά κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι μικρές ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν με φορολογικές, ασφαλιστικές και λειτουργικές υποχρεώσεις που δεν αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο οι διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου.
Επαγγελματίες του λιανεμπορίου περιγράφουν πλέον μια καθημερινότητα όπου οι καταναλωτές δοκιμάζουν προϊόντα στα φυσικά καταστήματα αλλά ολοκληρώνουν τις αγορές τους online σε πλατφόρμες χαμηλού κόστους. Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο στις νεότερες ηλικίες και στα πιο πιεσμένα εισοδηματικά στρώματα, όπου η τιμή λειτουργεί πλέον ως σχεδόν αποκλειστικό κριτήριο αγοράς.
Ο φόβος
Στους εμπορικούς συλλόγους υπάρχει φόβος ότι αν συνεχιστεί αυτή η τάση, μεγάλο μέρος των μικρών εμπορικών επιχειρήσεων θα δυσκολευτεί να επιβιώσει απέναντι σε μοντέλα μαζικής διεθνούς διακίνησης προϊόντων που λειτουργούν με τελείως διαφορετική κλίμακα και κόστος.
Η ελληνική οικονομία φαίνεται να περνά σταδιακά από το μοντέλο της διάχυτης μικρής επιχειρηματικότητας σε ένα πιο συγκεντρωτικό μοντέλο. Στην πράξη, αυτό σημαίνει λιγότερες αλλά μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ισχυρότερα εταιρικά σχήματα και αυξημένη σημασία της πρόσβασης σε κεφάλαιο, τεχνολογία και τραπεζική χρηματοδότηση. Για αρκετους αυτή η εξέλιξη θεωρείται αναπόφευκτη και ίσως απαραίτητη για μια πιο παραγωγική οικονομία.
Για άλλους όμως δημιουργεί σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Η μικρή επιχείρηση στην Ελλάδα δεν είναι μόνο οικονομική δραστηριότητα. Είναι εργασία, τοπική αγορά, οικογενειακό εισόδημα και κοινωνική συνοχή. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί το θέμα αρχίζει να αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία.



































