Με τις δημοσιονομικές επιτυχίες να καταγράφονται και την ανάπτυξη να κινείται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η κυβέρνηση αναζητά τον τρόπο με τον οποίο θα μετατρέψει το θετικό οικονομικό αφήγημα σε μέτρα που θα νιώσουν και τα νοικοκυριά. Στο Μέγαρο Μαξίμου η συζήτηση για το πακέτο της ΔΕΘ έχει ήδη ξεκινήσει, αλλά η ρευστή κατάσταση στην οικονομία καθιστά εξαιρετικά δύσκολο το γρίφο.
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τη δυναμική των παροχών ώστε να αντιμετωπίσουν την νέα αύξηση των τιμών. Τα τελευταία στοιχεία που συγκεντρώνονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, την ΕΛΣΤΑΤ, την Eurostat και τους παραγωγικούς φορείς συνθέτουν μια εικόνα που απέχει σημαντικά από το σενάριο της ταχείας αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού το οποίο κυριαρχούσε πριν από λίγους μήνες. Αντιθέτως, ολοένα και περισσότεροι παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο επίμονων ανατιμήσεων, οι οποίες δεν θα έχουν τη μορφή του σοκ του 2022 αλλά θα εξελιχθούν τους επόμενους μήνες και θα ασκήσουν ασφυκτική πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Η ανησυχία αυτή αποτυπώνεται πλέον και στις επίσημες προβλέψεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι ο μέσος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί φέτος στο 3,8%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της Ευρωζώνης προβλέπεται στο 3%. Πρόκειται για μια διαφορά η οποία μεταφράζεται σε σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης για τα ελληνικά νοικοκυριά. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η ακρίβεια δεν προέρχεται πλέον από μία μόνο πηγή, ειδικά την στιγμή που ενέργεια, τρόφιμα, υπηρεσίες και εισαγόμενα προϊόντα κινούνται ταυτόχρονα προς τα πάνω, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που δυσκολεύει κάθε προσπάθεια ουσιαστικής αποκλιμάκωσης των τιμών.
Η ενέργεια ξαναγράφει τον λογαριασμό
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν επαναφέρει την ακρίβεια στην ενέργεια. Η Ελλάδα όμως και αυτή την περίοδο είναι πιο ακριβή από τους υπόλοιπους στην Ευρώπη. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν οτι τον Μάιο οι τιμές ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 20% σε ετήσια βάση. Στην Ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση ήταν 10,9%. Τον Απρίλιο η εικόνα ήταν παρόμοια. Η Ελλάδα κατέγραψε αύξηση 21,6%, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφώθηκε στο 10,8%. Οι αναλυτές της κεντρικής τράπεζας επισημαίνουν ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζει ιστορικά μεγαλύτερη ευαισθησία στα ενεργειακά σοκ. Κάθε άνοδος στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου μεταφέρεται ταχύτερα και εντονότερα στην εγχώρια αγορά.
Αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η νέα ενεργειακή κρίση θα φέρει ακόμα ένα κύμα ανατιμήσεων, εκτίμηση που φαίνεται να συμμερίζονται και οι αγορές. Μετά την πρόσφατη αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ, οι επενδυτές προεξοφλούν πλέον νέες κινήσεις τους επόμενους μήνες, καθώς η επιστροφή των ενεργειακών πιέσεων απειλεί να απομακρύνει ακόμη περισσότερο τον στόχο του 2%.
Από το χωράφι στο ράφι η ακρίβεια δεν υποχωρεί
Εάν η ενέργεια αποτελεί την πρώτη εστία πίεσης, τα τρόφιμα αποτελούν τη δεύτερη. Τα στοιχεία της Eurostat για το πρώτο τρίμηνο του 2026 αποκάλυψαν μια εικόνα που προκάλεσε συζητήσεις τόσο στην αγορά όσο και στην κυβέρνηση. Οι τιμές πώλησης των αγροτικών προϊόντων από τους Έλληνες παραγωγούς αυξήθηκαν κατά 4,8% σε ετήσια βάση. Την ίδια περίοδο οι τιμές των μη επεξεργασμένων τροφίμων αυξήθηκαν περίπου κατά 11%. Η διαφορά είναι εντυπωσιακή. Οι αυξήσεις που καταγράφονται στο ράφι κινούνται με υπερδιπλάσια ταχύτητα σε σχέση με τις αυξήσεις που καταγράφονται στην παραγωγή.
Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο ορισμένα προϊόντα, αλλά συνολικά την εφοδιαστική αλυσίδα και αναδεικνύει το πρόβλημα της ελληνικής αγοράς. Παραγωγοί, συνεταιρισμοί και αγροτικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό και οι τιμές που λαμβάνουν συχνά δεν καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες τους.
Στον αντίποδα, οι καταναλωτές βλέπουν τα ίδια προϊόντα να φτάνουν στα ράφια με πολλαπλάσιες τιμές. Η κυβέρνηση επιχείρησε να παρέμβει με τη συζήτηση για τη διπλή αναγραφή τιμών από το χωράφι στο ράφι. Ωστόσο η εφαρμογή του μέτρου παραμένει απλή εξαγγελία, ενώ οι αντιδράσεις από την αγορά και τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής είναι έντονες.
Στο μεταξύ, οι πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα παραμένουν με τα νωπά τρόφιμα στην Ελλάδα να καταγράφουν αυξήσεις 6,5% τον Μάιο, αισθητά υψηλότερο από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ένα ακόμη στοιχείο που ανησυχεί ιδιαίτερα είναι η συμπεριφορά του τομέα των υπηρεσιών, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις εδώ δύσκολα υποχωρούν. Τον Μάιο οι τιμές υπηρεσιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 5,7%, ενώ στην Ευρωζώνη η αντίστοιχη αύξηση ήταν 3,5%.
Η διαφορά αυτή δείχνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται πλέον στα ενεργειακά προϊόντα ή στα τρόφιμα, αλλά έχουν περάσει σε ευρύτερα τμήματα της οικονομίας, από τον τουρισμό και την εστίαση μέχρι τις μεταφορές και τις προσωπικές υπηρεσίες.
Η συζήτηση που έχει ήδη ξεκινήσει είναι αν οι σημερινές πιέσεις είναι κυρίως αποτέλεσμα της γεωπολιτικής αναταραχής και θα υποχωρήσουν μόλις σταθεροποιηθούν οι αγορές ενέργειας ή ότι η ακρίβεια έχει πλέον αποκτήσει βαθύτερα χαρακτηριστικά. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο κυβέρνηση ετοιμάζεται να παρουσιάσει ένα πακέτο στήριξης στη ΔΕΘ, υπό τον κίνδυνο ένα σημαντικό μέρος αυτών των παρεμβάσεων να εξαφανιστεί από το αυξημένο κόστος ζωής πριν στην πραγματικότητα εφαρμοστεί.


















![Συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν: Τα βασικά σημεία του Μνημονίου (MoU) [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/DINER-at-EVIAN-G7.jpg)



















