Η επιστροφή στην κανονικότητα για τις ελληνικές τράπεζες μετά από μία υπερδεκαετή κρίση πιστοποιείται για μία ακόμη φορά από επίσημα στοιχεία του επόπτη τους.
Την περασμένη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) παρουσίασε νέα συγκεντρωτικά στατιστικά δεδομένα για τις επιδόσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων που εποπτεύει.
Από αυτά αναδύεται μία ξεκάθαρη υπεροχή των εγχώριων ομίλων, στο πλαίσιο της σύγκρισής τους με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με βάση τη συντριπτική πλειονότητα των κύριων χρηματοοικονομικών δεικτών, όπως αυτοί διαμορφώθηκαν στο α΄ τρίμηνο του 2026.
Η σύγκριση και οι ελληνικές τράπεζες
Ως προς τους 4 συστημικούς ομίλους (Alpha Bank, Eurobank, Εθνική, Πειραιώς), προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα από τη σύγκρισή τους με τις σημαντικές τράπεζες της Γηραιάς Ηπείρου, που παρακολουθεί ο εποπτικός βραχίονας της ΕΚΤ (SSM):
Εξέλιξη ενεργητικού
Η ετήσια αύξησή του στο α΄ τρίμηνο έφτασε το 8,73% έναντι ανόδου του κατά 4,7% στην Ευρώπη συνολικά.
Πρόκειται για μία εξέλιξη που συνδέεται κυρίως με τη μεγέθυνση του δανειακού τους χαρτοφυλακίου, αλλά και με την ολοκλήρωση εξαγορών από τον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό τομέα.
Οργανική κερδοφορία
Με υψηλότερους ρυθμούς ενισχύθηκε εγχωρίως η οργανική κερδοφορία την ίδια περίοδο.
Συγκεκριμένα η αύξησή της σε σχέση με το α΄ τρίμηνο του 2025 έφτασε το 4,82% έναντι +2,77% κατά μέσο όρο στις συστημικές τράπεζες της Ευρώπης.
Αυτό είναι αποτέλεσμα και του σχεδόν διπλάσιου επιτοκιακού περιθωρίου που εμφανίζουν οι τράπεζες στην Ελλάδα, το οποίο με βάση το δείκτη ΝΙΜ (Net Interest Margin), διαμορφώθηκε στο ξεκίνημα της εφετινής χρήσης στο 2,72% έναντι 1,54% του μέσου ευρωπαϊκού όρου.
Αποδοτικότητα
Η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του λειτουργικού μοντέλου των εγχώριων ομίλων αποτυπώνεται στο δείκτη κόστος προς έσοδα, που διαμορφώθηκε στο α΄ τρίμηνο του 2026 σε 36% έναντι 55% στη Γηραιά Ήπειρο συνολικά.
Πρόκειται για καθοριστική παράμετρο ως προς τη διαμόρφωση των δεικτών αποδοτικότητας στο 11% περίπου, πιο υψηλά από το 10% του μέσου ευρωπαϊκού όρου.
Ρευστότητα
Σε πολύ καλύτερη κατάσταση βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες, με βάση τους δείκτες ρευστότητας.
Ειδικότερα, ο δείκτης δάνεια προς καταθέσεις διαμορφώθηκε σε 65% έναντι 102% του μέσου όρου στην Ευρώπη, ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας βρισκόταν στο 189% έναντι 154% αντίστοιχα.
Αυτά τα στοιχεία πιστοποιούν τη δυνατότητα των ελληνικών ομίλων να επιταχύνουν με άνεση του ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης τα επόμενα χρόνια, αξιοποιώντας τα σημαντικά αποθέματα φθηνής ρευστότητας που εξασφαλίζουν κατά κύριο λόγο από την καταθετική τους βάση.
Πού υστερούν
Δύο είναι τα βασικά σημεία στα οποία οι 4 μεγάλοι του εγχώριου banking υστερούν έναντι των ανταγωνιστών τους στην Ευρώπη.
Όπως λένε αναλυτές που έχουν μελετήσει τα σχετικά στοιχεία, εν προκειμένω οι διαφορές είναι πολύ μικρές και δεν υποδηλώνουν σε καμία περίπτωση πρόβλημα ή ρίσκο για τον κλάδο.
Πρόκειται για τα εξής:
- Κεφαλαιακή επάρκεια
Ο δείκτης κύριων βασικών ιδίων κεφαλαίων (CET1) στην Ελλάδα βρίσκεται στο 15,18%, με βάση τα στοιχεία τέλους Μαρτίου 2026 έναντι 15,88% ένα χρόνο νωρίτερα.
Αυτή η μείωση είναι αποτέλεσμα της επιστροφής κεφαλαίου στους μετόχους, των προγραμμάτων επαναγοράς ιδίων μετοχών και των εξαγορών που ολοκληρώθηκαν τα προηγούμενα τρίμηνα.
Σε σχέση με το μέσο ευρωπαϊκό όρο του 15,99%, η διαφορά είναι μικρή.
Από την άλλη, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας βρίσκεται στο 20,07%, οριακά χαμηλότερα από το 20,11% στην Ευρώπη.
Οι εγχώριοι όμιλοι έχουν πετύχει τη σύγκλιση σε αυτό το πεδίο, λόγω του μεγάλου όγκου εκδόσεων ομολογιακών τίτλων, στο πλαίσιο της οδηγίας MREL, αλλά και της ισχυρής καθαρής κερδοφορίας.
- Δείκτες καθυστερήσεων
Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από την είσοδο της χώρας στο ευρώ, έχοντας υποχωρήσει στο 2,97% από σχεδόν 50% πριν από 10 έτη.
Η απόσταση από το μέσο ευρωπαϊκό όρο του 2,18% θεωρείται πλέον μικρή και άνευ σημασίας.
Ταυτόχρονα όμως τα εξυπηρετούμενα δάνεια που εμφανίζουν αυξημένες πιθανότητες να κοκκινήσουν ως προς το σύνολο του δανειακού χαρτοφυλακίου, είναι λιγότερα στην Ελλάδα.
Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 6,54% έναντι 9,30% στην Ευρώπη.
Στο πλαίσιο αυτό, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι στο α΄ τρίμηνο του 2026 το κόστος για τον πιστωτικό κίνδυνο ως ποσοστό του ενεργητικού ήταν χαμηλότερο για τις ελληνικές τράπεζες κατά περισσότερο από 50% σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.


































