Σημαντικό μέρος της έκθεσης «Νομισματική Πολιτική 2025-2026» στο πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας αφιερώνει η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος. Μάλιστα την χαρακτηρίζει ως μία από τις βασικές διαρθρωτικές προκλήσεις της χώρας.
Η ΤτΕ αναφέρει ότι, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει «σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις», μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η χαμηλή παραγωγικότητα. Μάλιστα, τονίζει ότι η αντιμετώπισή της είναι απαραίτητη για να επιτευχθεί πραγματική σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τα εισοδήματα και το βιοτικό επίπεδο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας έχει προειδοποιήσει ότι πιθανές μισθολογικές αυξήσεις που δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας μπορούν να υπονομεύσουν την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Η επισήμανση αυτή εντάσσεται στους βασικούς εγχώριους κινδύνους που εντοπίζει η ΤτΕ για τα επόμενα χρόνια.
Υπενθυμίζεται ότι στην έκθεση για την Ελλάδα, στο πλαίσιο του Εαρινού Πακέτου του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η Κομισιόν είχε αφιερώσει ξεχωριστό κεφάλαιο για την εργασία και την παραγωγικότητα, ξεκινώντας με διαπίστωση ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν τις περισσότερες ώρες από όλους τους Ευρωπαίους. Την ίδια στιγμή, η παραγωγικότητα της εργασίας, αυξάνεται μεν, αλλά παραμένει χαμηλή, μόλις στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ.
Επίσης, μελέτη του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ, που παρουσιάστηκε στις 16 Μαΐου 2025 από τον πρόεδρο του ΣΕΒ Σπύρο Θεοδωρόπουλο και τον γενικό διευθυντή του ΙΟΒΕ Νίκο Βέττα επιβεβαίωνε ότι η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρό διαρθρωτικό έλλειμμα παραγωγικότητας. Σύμφωνα με αυτήν, το 2024, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο αντιστοιχεί μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ ανά ώρα εργασίας στο 43%.
Η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στάσιμη
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών, το πρώτο τρίμηνο του 2026 η παραγωγικότητα της εργασίας «παρέμεινε στα ίδια επίπεδα», παρά την αύξηση της απασχόλησης και τη συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης. Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στη συγκράτηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, αλλά αναδεικνύει και το πρόβλημα της αδύναμης παραγωγικής αναβάθμισης.
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση της παραγωγικότητας περνά μέσα από:
-επενδύσεις στην καινοτομία,
-την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση,
-τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων,
-τη βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού,
-την καλύτερη αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ο παράγοντας ΑΙ
Σε διεθνές επίπεδο, η ΤτΕ επισημαίνει ότι η ταχύτερη διάχυση της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να αυξήσει τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (total factor productivity). Ωστόσο, σημειώνει ότι για να συμβεί αυτό απαιτούνται συμπληρωματικές επενδύσεις σε υποδομές, ψηφιακά δίκτυα και ανθρώπινο κεφάλαιο.
Η έκθεση εκπέμπει το μήνυμα ότι η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται σήμερα με ικανοποιητικούς ρυθμούς, αλλά η μακροχρόνια ευημερία της χώρας θα κριθεί από το αν θα καταφέρει να αυξήσει την παραγωγικότητα. Χωρίς παραγωγικότερες επιχειρήσεις, περισσότερη καινοτομία και καλύτερες δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, η σύγκλιση με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης θα παραμείνει αργή.




































