Από τη Σίλικον Βάλεϊ μέχρι τη Wall Street, οι πλουσιότεροι Αμερικανοί επιχειρηματίες διοχετεύουν τεράστια ποσά στην πολιτική, με τους Ρεπουμπλικάνους να συγκεντρώνουν τη μερίδα του λέοντος ενόψει των φετινών ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο. Σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times, 16 από τους 20 μεγαλύτερους πολιτικούς δωρητές στις ΗΠΑ χρηματοδοτούν κυρίως την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων.
Το μέγεθος της χρηματοδότησης είναι ενδεικτικό της αυξανόμενης επιρροής των mega-donors στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ. Από τα περίπου 2,8 δισ. δολάρια που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα στον εκλογικό κύκλο 2025-26, περισσότερο από το ένα τρίτο προέρχεται από μόλις 20 μεγάλους δωρητές. Ως mega-donor θεωρείται, στην ανάλυση, όποιος έχει προσφέρει τουλάχιστον 5 εκατ. δολάρια.
Η εικόνα αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή δεν πρόκειται απλώς για ιδεολογική στήριξη ενός κόμματος. Ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων συνδέεται με συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα: την τεχνητή νοημοσύνη, τα κρυπτονομίσματα, τις Big Tech και άλλους κλάδους στους οποίους το Κογκρέσο καλείται να λάβει αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την αξία εταιρειών και επενδύσεων κατά δισεκατομμύρια δολάρια.

Η επιστροφή του μεγάλου πολιτικού χρήματος
Η σημερινή συγκέντρωση πόρων αποτελεί, σύμφωνα με τους FT, μια αξιοσημείωτη μετατόπιση σε σχέση με την προεδρική εκλογή του 2024. Τότε, η Καμάλα Χάρις είχε συγκεντρώσει και δαπανήσει περισσότερα χρήματα από τον Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς αυτό να μεταφραστεί σε εκλογική νίκη.
Ο πολιτικός επιστήμονας του Stanford Άνταμ Μπονίκα, ο οποίος μελετά τις πολιτικές δωρεές των πλουσίων από το 1980, χαρακτηρίζει τη σημερινή ισορροπία ιδιαίτερα ασύμμετρη υπέρ των Ρεπουμπλικάνων. Όπως σημειώνει ερωτηθείς από τους FT, οι πλουσιότεροι δωρητές συχνά κλίνουν προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, όμως η φετινή κατανομή των χρημάτων ξεχωρίζει.
Η χρηματοδότηση δεν περνά μόνο απευθείας στους υποψηφίους. Μεγάλο μέρος διοχετεύεται μέσω Super PACs, τα οποία μπορούν να συγκεντρώνουν και να δαπανούν τεράστια ποσά για πολιτική διαφήμιση, χωρίς να λειτουργούν ως επίσημα εκλογικά επιτελεία των υποψηφίων.
Αυτό επιτρέπει στους δισεκατομμυριούχους να δημιουργούν ολόκληρα δίκτυα πολιτικής επιρροής.

Ο Μασκ και το νέο κύμα των tech donors
Στην κορυφή αυτής της προσπάθειας βρίσκεται ο Ίλον Μασκ, ο οποίος είχε δαπανήσει περισσότερα από 250 εκατ. δολάρια για την προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ το 2024.
Ο Μασκ έχει προσφέρει περίπου 50 εκατ. δολάρια στην America PAC, ενώ η ομάδα ξεκίνησε στις αρχές Σεπτεμβρίου νέα διαφημιστική εκστρατεία άνω των 8 εκατ. δολαρίων. Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης έχουν μεταδώσει ότι ο επικεφαλής των Tesla και SpaceX ενδέχεται να διαθέσει έως και 100 εκατ. δολάρια για τον εκλογικό κύκλο του 2026.
Στον χώρο της τεχνολογίας, οι Μαρκ Αντρίσεν και Μπεν Χόροβιτς, μαζί με τις συζύγους τους, έχουν προσφέρει περίπου 18 εκατ. δολάρια, ενώ ο συνιδρυτής της OpenAI Γκρεγκ Μπρόκμαν και η σύζυγός του έχουν διαθέσει περίπου 25 εκατ. δολάρια.
Στα κρυπτονομίσματα, οι δίδυμοι Κάμερον και Τάιλερ Γουίνκλεβος έχουν δώσει περίπου 11 εκατ. δολάρια.

Τα crypto αγοράζουν πολιτική επιρροή
Ιδιαίτερη θέση έχει η Fairshake, η Super PAC που δημιουργήθηκε με βασικό στόχο την υποστήριξη υποψηφίων που τάσσονται υπέρ μιας φιλικότερης ρύθμισης των κρυπτονομισμάτων.
Η Fairshake έχει συγκεντρώσει περισσότερα από 99 εκατ. δολάρια από εταιρείες και επενδυτές, μεταξύ των οποίων η Coinbase, η Ripple και η Andreessen Horowitz. Περίπου 65 εκατ. δολάρια έχουν ήδη μεταφερθεί σε άλλες Super PACs που στηρίζουν υποψηφίους και από τα δύο κόμματα, αρκεί να προωθούν πολιτικές ευνοϊκές για τα crypto.
Η οικονομική σημασία αυτής της επένδυσης έγινε ακόμη πιο εμφανής στις 15 Σεπτεμβρίου, όταν η Γερουσία απέτυχε να προωθήσει τον Clarity Act, ένα νομοσχέδιο που θα δημιουργούσε ευρύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Η ψηφοφορία έληξε με 49 ψήφους υπέρ και 50 κατά.
Έτσι, τα πολιτικά χρήματα δεν αφορούν πλέον μόνο φόρους ή κρατικές δαπάνες. Αφορούν το ποιος θα καθορίσει τους κανόνες λειτουργίας ολόκληρων νέων βιομηχανιών.
$400 εκατ. για την πολιτική μάχη στις ΗΠΑ
Η MAGA Inc, η Super PAC που είχε στηρίξει την προεδρική εκστρατεία του Τραμπ το 2024, διαθέτει σήμερα εκλογικό ταμείο περίπου 400 εκατ. δολαρίων. Μέχρι στιγμής έχει δαπανήσει 10,8 εκατ. δολάρια, κυρίως για Ρεπουμπλικάνους που θεωρούνται σύμμαχοι του Τραμπ στο Τέξας, το Τενεσί και τη Νότια Καρολίνα.
Παράλληλα, η νεοσύστατη No Going Back PAC έχει κλείσει περισσότερα από 89 εκατ. δολάρια σε διαφημιστικές δαπάνες σε περίπου δύο δωδεκάδες αναμετρήσεις για τη Βουλή και τη Γερουσία. Η ομάδα έχει κοινό ταμία, διεύθυνση και τράπεζα με τη MAGA Inc, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί επισήμως κάποια οργανωτική σχέση μεταξύ τους.
Η δύναμη βρίσκεται στις προκριματικές
Οι mega-donors παρεμβαίνουν ολοένα περισσότερο στις προκριματικές εκλογές, ιδιαίτερα σε πε ριφέρειες όπου ένα κόμμα θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα κερδίσει στις γενικές εκλογές. Εκεί, μια εσωκομματική αναμέτρηση μπορεί ουσιαστικά να κρίνει ποιος θα καταλάβει την έδρα.
Σε περισσότερες από 30 αναμετρήσεις για τη Βουλή και τη Γερουσία, πάνω από το ένα τρίτο των εξωτερικών πολιτικών δαπανών προήλθε από οργανώσεις που χρηματοδοτούνται κατά τουλάχιστον 80% από mega-donors. Ο Μπρένταν Γκλάβιν του OpenSecrets υποστηρίζει ότι το αμερικανικό εκλογικό σύστημα εξαρτάται πλέον σε σημαντικό βαθμό από αυτή την εξαιρετικά πλούσια ομάδα δωρητών.
Και αυτό εξηγεί γιατί η μάχη για το Κογκρέσο έχει γίνει ταυτόχρονα και μάχη για τη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής της επόμενης περιόδου.
Στην Ουάσινγκτον κρίνονται αυτή τη στιγμή οι κανόνες για την τεχνητή νοημοσύνη, την Big Tech και τα ψηφιακά νομίσματα. Για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε αυτούς τους κλάδους, οι αποφάσεις αυτές μπορούν να έχουν αξία δεκάδων ή και εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Και έτσι, πίσω από τις αφίσες, τις τηλεοπτικές διαφημίσεις και τις κομματικές συγκεντρώσεις των ενδιάμεσων εκλογών, εξελίσσεται μια δεύτερη μάχη: η μάχη των δισεκατομμυριούχων για το ποιοι κανόνες θα διέπουν την αμερικανική οικονομία της επόμενης δεκαετίας.







































