Μέχρι πριν από λίγους μήνες, οι εταιρείες που συνδέονταν με την τεχνητή νοημοσύνη δυσκολεύονταν να ανταποκριθούν στη ζήτηση των επενδυτών για νέες μετοχές. Σήμερα, το κλίμα στις αγορές αλλάζει, καθώς οι υψηλότερες χρηματοδοτικές δαπάνες, η αστάθεια των χρηματιστηρίων και η πολιτική αβεβαιότητα αναγκάζουν αρκετές επιχειρήσεις να επανεξετάσουν τον χρόνο εισαγωγής τους στο χρηματιστήριο, αναφέρει η Wall Street Journal.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι σχεδιαζόμενες δημόσιες εγγραφές της Anthropic και της OpenAI, δύο από τις πλέον πολυσυζητημένες εταιρείες του κλάδου. Οι κινήσεις τους επηρεάζουν τον σχεδιασμό άλλων επιχειρήσεων, καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να διατηρήσουν διαθέσιμα κεφάλαια για ενδεχόμενες μεγάλες τοποθετήσεις. Η Anthropic έχει μεταθέσει το χρονοδιάγραμμα της εισαγωγής της, ενώ η προετοιμασία των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Αναβάλλονται μεγάλες δημόσιες εγγραφές
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Firmus Grid, εταιρεία διαχείρισης data centers στην Αυστραλία, η οποία ακύρωσε σχέδιο δημόσιας εγγραφής που θα μπορούσε να συγκεντρώσει σχεδόν 5 δισ. δολάρια. Η εταιρεία επικαλέστηκε τη μεταβλητότητα και τις επικρατούσες συνθήκες στις αγορές. Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζει πλέον την άντληση ιδιωτικών κεφαλαίων και μια πιθανή εισαγωγή σε αμερικανικό χρηματιστήριο το 2027.
Αντίστοιχα, η AirTrunk, που υποστηρίζεται από την Blackstone, ανέβαλε τη σχεδιαζόμενη εισαγωγή επενδυτικού οχήματος ακινήτων στη Σιγκαπούρη, η οποία θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 1,5 δισ. δολάρια. Η εταιρεία εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο να προχωρήσει στις αρχές του επόμενου έτους. Οι δύο περιπτώσεις αναδεικνύουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις οι οποίες χρειάζονται τεράστια κεφάλαια για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.

Αμφισβητείται η αξία των υποδομών AI
Παρά τη μεγάλη ζήτηση για υπολογιστική ισχύ, οι επενδυτές γίνονται πιο επιλεκτικοί ως προς το ποιες εταιρείες μπορούν να μετατρέψουν τις υποσχέσεις τους σε πραγματικά έσοδα. Η κατασκευή data centers απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε ακίνητα, εξοπλισμό, ηλεκτρική ενέργεια και συστήματα ψύξης, ενώ τα έργα συχνά χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν.
Η αβεβαιότητα αφορά ιδιαίτερα τις εταιρείες που διαθέτουν μεγάλα σχέδια ανάπτυξης, αλλά περιορισμένο ιστορικό λειτουργίας. Η SB Energy, για παράδειγμα, η οποία συνδέεται με ένα έργο ισχύος 10 γιγαβάτ στο Οχάιο για την OpenAI, δεν διέθετε λειτουργικά data centers όταν δημοσιοποίησε τα έγγραφα για την εισαγωγή της. Παρά το μεγάλο ανεκτέλεστο χαρτοφυλάκιο συμβάσεων που έχει παρουσιάσει, η αποτίμησή της προκάλεσε αντιδράσεις και το χρονοδιάγραμμα της δημόσιας εγγραφής μετατέθηκε.
Οι επενδυτές εξετάζουν πλέον πιο προσεκτικά αν τα έργα θα ολοκληρωθούν εγκαίρως και εντός προϋπολογισμού. Η κοινωνική αντίδραση στις ενεργοβόρες εγκαταστάσεις, αλλά και οι δυσκολίες εξασφάλισης ηλεκτρικής ενέργειας, δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους.

Το στοίχημα της Anthropic και της OpenAI
Οι επικείμενες δημόσιες εγγραφές της Anthropic και της OpenAI αποτελούν κρίσιμο τεστ για την αγορά. Η προοπτική εισαγωγής εταιρειών με τεράστια αποτίμηση ενδέχεται να προσελκύσει ισχυρή ζήτηση, αλλά ταυτόχρονα κάνει ορισμένους επενδυτές να περιορίζουν τις τοποθετήσεις τους σε μικρότερες επιχειρήσεις μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο.
Την ίδια στιγμή, οι πιέσεις στις μετοχές εταιρειών που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη ενισχύουν την επιφυλακτικότητα. Οι διακυμάνσεις στις μετοχές κατασκευαστών μνημών και παρόχων υπολογιστικών υποδομών υπενθυμίζουν πόσο ευαίσθητος είναι ο κλάδος σε νέες ανταγωνιστικές απειλές και στις αλλαγές των προσδοκιών για τη μελλοντική κερδοφορία.
Ωστόσο, δεν έχουν εγκαταλείψει όλες οι εταιρείες τα σχέδιά τους. Η βρετανική Nscale, που δραστηριοποιείται στις υποδομές cloud, προετοιμάζεται για πιθανή εισαγωγή, ενώ η Lambda, η οποία υποστηρίζεται μεταξύ άλλων από την Nvidia, την Blackstone και την Coatue, σχεδιάζει δημόσια εγγραφή το 2027.
Η εξέλιξη δείχνει ότι οι επενδυτές αρχίζουν να διαχωρίζουν τις εταιρείες που διαθέτουν αποδεδειγμένη επιχειρηματική δραστηριότητα από εκείνες που στηρίζονται κυρίως σε μελλοντικές υποσχέσεις. Για τον κλάδο, το επόμενο στοίχημα είναι να αποδείξει ότι οι τεράστιες επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να αποφέρουν βιώσιμες αποδόσεις.





































