Σε Εγγλέζους, Γάλλους και Γερμανούς πολύ σπάνια θα συνέβαινε. Αλλά οι Ιρλανδοί φαίνεται πως δεν είναι «ψιλικατζήδες» και παραδέχονται ότι στις κοινωνικές τους συναναστροφές αποφεύγουν να ζητήσουν μια ακριβή καταγραφή των οφειλών της παρέας. Έτσι, όπως προκύπτει από έρευνα, θα ζημιώνονταν έως και 50 ευρώ αδιαμαρτύρητα, προκειμένου να αποφύγουν μια συζήτηση που θα ήταν άβολη και γι’ αυτούς και βέβαια θα έφερνε σε δύσκολη θέση τον συγγενή, το φίλο ή τον συνάδελφο στη δουλειά.
«Οι Ιρλανδοί καταναλωτές χάνουν κατά μέσο όρο 150 ευρώ ετησίως εξαιτίας ενός ‘τιμήματος ευγένειας’, το οποίο καταβάλλουν προκειμένου να μην χαλούν το καλό κλίμα στην παρέα. Η νοοτροπία αυτή τους αναγκάζει να πληρώνουν σε κοινούς λογαριασμούς περισσότερα από όσα τους αναλογούν και επίσης να μην διεκδικούν και να μην εισπράττουν χρωστούμενα μικροποσά, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιοποίησε η τράπεζα AIB», γράφει ο Κόνορ Πόουπ των «Irish Times».
Εξυπακούεται ότι για να είναι κάποιοι μονίμως ριγμένοι στις συναλλαγές με τις κοινωνικές τους συναναστροφές, κάποιοι άλλοι πρέπει να είναι μονίμως επωφελούμενοι. Είναι μηδενικό το άθροισμα κι αν κάποιοι χάνουν 150 ευρώ το χρόνο, κάποιοι άλλοι επωφελούνται αυτά τα 150 ευρώ.
Εν πάση περιπτώσει, η έρευνα που διεξήχθη από την εταιρεία δημοσκοπήσεων Bounce Insights σε δείγμα 1.009 ενηλίκων για λογαριασμό της ιρλανδικής τράπεζας Allied Irish Banks (AIB) και της διεθνούς εταιρείας μάρκετινγκ και δημοσίων σχέσεων Ogilvy, δείχνει ότι λιγότεροι από ένας στους 20 ενήλικες στην Ιρλανδία ζητούν πάντα πίσω τα χρήματα που τους οφείλονται, ακόμα και τα μικροποσά.
Από την άλλη πλευρά, ένα ποσοστό που φτάνει το 90% δηλώνει ότι θα άφηνε να χαθούν έως και 50 ευρώ, προτιμώντας να αποφύγει μια συζήτηση που θεωρεί ψυχοφθόρα. Συνολικά, περίπου 600 εκατομμύρια ευρώ χάνονται (και κερδίζονται) κάθε χρόνο λόγω της κοινωνικής αμηχανίας που δημιουργείται στις φιλικές συναναστροφές των ανθρώπων, ανέφερε η εταιρεία ερευνών.
Παγώνουν φιλίες
«Επιβεβαιώνοντας τη σαιξπηρική σοφία περί αποφυγής του δανεισμού μεταξύ φίλων, το ανείσπρακτο χρέος έχει δηλητηριάσει τις σχέσεις σχεδόν του 50% των ερωτηθέντων», σημειώνει ο Ιρλανδός ρεπόρτερ. Πέρα από τα «δανεικά κι αγύριστα», όμως, ντελικάτες οικονομικές καταστάσεις ή και τριβές δημιουργούνται και με τους κοινούς λογαριασμούς σε κοινωνικές συναθροίσεις.
Η έρευνα δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο οι καταναλωτές διαχειρίζονται τα χρέη μεταξύ φίλων και γνωστών διαφέρει σημαντικά ανάλογα με την ηλικία, το φύλο αλλά και την κομητεία στην οποία ζει ο καθένας. Έτσι, η ανοχή προς όσους αποφεύγουν να επιστρέψουν χρήματα είναι μεγαλύτερη για τους κατοίκους του Γκάλγουεϊ, που αποδέχονται απώλειες έως και 32,50 ευρώ σε οφειλόμενα ποσά, προτού τα απαιτήσουν από όσους αποφεύγουν να τα επιστρέψουν.
Αντιθέτως, οι κάτοικοι του Γουέξφορντ θέτουν τον πήχη πολύ χαμηλότερα, αρνούμενοι να αφήσουν να χαθούν ποσά άνω των 12,50 ευρώ.
Τι γίνεται όμως όταν μια παρέα συναντιέται σε ένα εστιατόριο ή μια παμπ; «Οι ενήλικες από το Λίμερικ είναι πιο πιθανό να επιμείνουν στην αναλυτική καταγραφή των επιμέρους χρεώσεων σε ομαδικούς λογαριασμούς, ενώ όσοι ζουν στο Δουβλίνο προτιμούν τον ισόποσο καταμερισμό του λογαριασμού μεταξύ των μελών της παρέας», σύμφωνα με την έρευνα.
«Λαρτζ», αλλά ενοχλούνται
Όταν ερωτώνται γιατί διστάζουν να διεκδικήσουν τα μικροποσά που τους οφείλονται ή τη διαφορά σε περίπτωση που κάποιος συνδαιτυμόνας παραγγείλει το ακριβότερο πιάτο, οι Ιρλανδοί ενήλικες συχνά υποστηρίζουν ότι το κάνουν από «καλοσύνη».
Χρησιμοποιούν φράσεις όπως «και οι άλλοι θα έκαναν το ίδιο για μένα» ή «κάποια άλλη φορά θα πληρώσουν εκείνοι και για μένα» ή ακόμα «προτιμώ να είμαι γενναιόδωρος παρά να κρατώ λογαριασμό».
Δηλώνουν «λαρτζ» δηλαδή οι Ιρλανδοί. Ωστόσο, τα δεδομένα της συμπεριφοράς τους, όπως καταγράφτηκαν στην έρευνα, αποκαλύπτουν «μια υποβόσκουσα ένταση» που προκύπτει κατά τις πληρωμές των κοινών λογαριασμών, όταν κάποιοι κάνουν τους… Κινέζους.
Έτσι το 40% δηλώνει ότι η μη διεκδίκηση οφειλόμενων χρημάτων έχει επηρεάσει αρνητικά τη σχέση του με το άλλο άτομο. Επίσης, δύο στους τρεις ερωτηθέντες παραδέχονται ότι αισθάνονται αμήχανα όταν κάποιος προτείνει την αναλυτική κατανομή των βαρών, όταν φθάνει ένας κοινός λογαριασμός.
Σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες δήλωσαν ότι πληρώνουν συχνά περισσότερα από το μερίδιό τους σε κοινούς λογαριασμούς ή ότι προτιμούν να κεράσουν την παρέα για να αποφύγουν τις εντάσεις και να διατηρήσουν την εσωτερική τους ηρεμία. Όντως, δεν είναι εύκολο να συναναστρέφεται κανείς «έξυπνους» που θεωρούν ότι όλος ο κόσμος αποτελείται από κορόιδα.
«Τίμημα ευγενείας»
Σε ό,τι αφορά την ηλικία, όταν έρχεται η «λυπητερή» τη μεγαλύτερη πίεση αισθάνονται τα άτομα ηλικίας 25 έως 34 ετών. Τρεις στους τέσσερις νέους της ομάδας αυτής, το 74% συγκεκριμένα, δηλώνουν ότι πληρώνουν πολύ συχνά παραπάνω από όσα καταναλώνουν.
Πιο ντελικάτη και αμήχανη είναι η περίπτωση των πληρωμών όταν πρόκειται για παρέες στενών φίλων και συναδέλφων. Αυτές θεωρήθηκαν οι πιο δύσκολες ομάδες από τις οποίες μπορεί κανείς να ζητήσει πίσω χρήματα. Όσο για τις γυναίκες, αυτές δηλώνουν ότι δυσκολεύονται ιδιαίτερα να ζητήσουν την επιστροφή χρημάτων από στενούς φίλους.
«Σπάνια οι άνθρωποι περιγράφουν τη σιωπή τους σχετικά με τα χρήματα ως αμηχανία. Τη θεωρούν γενναιοδωρία», δήλωσε στους «Irish Times» ο Νταν Μπένετ, επικεφαλής του Τμήματος Συμπεριφορικής Επιστήμης στην Ogilvy Consulting. Όμως, «το κόστος αυτού του είδους της ευγένειας είναι πραγματικό και αποτυπώνεται τόσο στους τραπεζικούς λογαριασμούς όσο και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Στην Ιρλανδία, ο φόβος μήπως φανούμε αγενείς οδηγεί πολλούς από εμάς να πληρώνουμε ένα “τίμημα ευγενείας”», τονίζει ο ειδικός.
Με τα συμπεράσματά του συμφωνεί και η επικεφαλής του Τμήματος Εξυπηρέτησης Πελατών της ΑΙΒ, Ορλάιθ Ράιαν: «Η έρευνα συμπεριφορικής επιστήμης, στην οποία βασίζεται η νέα καμπάνια Everyday Banking της AIB για τις καθημερινές τραπεζικές συναλλαγές, αποκαλύπτει πώς οι κοινωνικές δυναμικές επηρεάζουν την καθημερινή διαχείριση των οικονομικών μας και πώς δημιουργούν κοινωνικές τριβές, δεδομένου ότι κοστίζουν χρήματα στους ανθρώπους».



































