Σχεδόν οι μισές από τις συντάξεις της χώρας (43%) καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή από τη γενική φορολογία και όχι από το ασφαλιστικό σύστημα.
Το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να δεχτεί πίεση από τη μακροπρόθεσμη επιβάρυνση που προκαλεί η δαπάνη για συντάξεις.
Ειδικότερα, το ΚΕΦΙΜ εντοπίζει σημεία που χρήζουν προσοχής και κρίνουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Μεταξύ των άλλων οικονομικών παραγόντων και προκλήσεων (χρέος, ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος, δαπάνες κλπ.), προβληματισμός υπάρχει και για το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Συγκεκριμένα η χώρα μας, δαπανά περίπου το 14% του ΑΕΠ για συντάξεις, καταγράφοντας την τέταρτη υψηλότερη σχετική δαπάνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Περίπου το 43% της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης χρηματοδοτείται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από ασφαλιστικές εισφορές, ενώ, σύμφωνα με τις προβολές του ΚΕΦΙΜ, η κρατική συμμετοχή θα μπορούσε να προσεγγίσει το 62% έως το 2029.
Παράλληλα, ο δείκτης εξάρτησης του πληθυσμού προβλέπεται να αυξηθεί από 39 το 2022 σε 74,4 το 2050, με ολοένα και λιγότερους εργαζομένους να καλούνται να χρηματοδοτούν περισσότερους συνταξιούχους.

Συντάξεις: Το «κρυφό χρέος»
Ειδικότερα, ως προς το συνταξιοδοτικό σύστημα, γίνεται λόγος στη μελέτη για μία «αθέατη δημοσιονομική υποχρέωση. Το επίσημο χρέος 146,1 % του ΑΕΠ υποεκτιμά το πραγματικό δημοσιονομικό βάρος, καθώς αγνοεί τη μεγαλύτερη μεσοπρόθεσμη δέσμευση των δημόσιων οικονομικών: τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις».
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΚΕΦΙΜ συγκρίνει τις συνταξιοδοτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ σε επιλεγμένες χώρες της Ε.Ε. Η Ελλάδα δαπανά περίπου 14% του ΑΕΠ ετησίως για συντάξεις. Πρόκειται για την τέταρτη υψηλότερη δαπάνη στην Ε.Ε. και βρίσκεται 1,7 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μόνο η Ιταλία (15,5% του ΑΕΠ), η Γαλλία (14,6% ) και η Αυστρία (14,4%) βρίσκονται σε χειρότερη θέση. Αντίθετα, πάνω από το μέσο όρο (12,3% του ΑΕΠ), αλλά χαμηλότερα από την Ελλάδα, καταγράφονται η Φινλανδία (13,7%), η Πορτογαλία (13,4% ), η Γερμανία (12,5%), το Βέλγιο (12,4%) και η Σουηδία (12,3%).
Πέρα από το ύψος της δαπάνης, εξίσου ανησυχητικός για την Ελλάδα είναι ο τρόπος χρηματοδότησής της. Σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, σε αντίθεση με την πλειονότητα των χωρών της Ε.Ε. , η Ελλάδα στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον πρώτο πυλώνα διανεμητικού χαρακτήρα: οι σημερινοί εργαζόμενοι χρηματοδοτούν τους σημερινούς συνταξιούχους, χωρίς την ύπαρξη ενός αποταμιευτικού αποθέματος που να απορροφά κραδασμούς. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο ύψος συνταξιοδοτικών αποθεματικών ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Οι πιέσεις αυτές είναι διαρθρωτικές και μη αναστρέψιμες βραχυπρόθεσμα. Σύμφωνα με την Έκθεση Γήρανσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2024, ο δείκτης εξάρτησης προβλέπεται να αυξηθεί από 39 το 2022 σε 74,4 το 2050.
Αυτό σημαίνει ότι όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να χρηματοδοτούν όλο και περισσότερους συνταξιούχους, αυξάνοντας μηχανικά την πίεση στον προϋπολογισμό. Οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις αποτελούν μόνιμη δέσμευση δημοσιονομικού χώρου για την επόμενη δεκαετία, με τη σχετική δαπάνη να ενδέχεται να φτάσει μέχρι και το 17% του ΑΕΠ.






































