Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας, παρά την αυξανόμενη διείσδυση του φθηνού «πράσινου» ρεύματος που παράγεται από τους σταθμούς Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) εξακολουθεί να αποτελεί το ενεργειακό κόστος. Δεν είναι τυχαίο ότι 72% των ελληνικών επιχειρήσεων το θεωρεί το σημαντικότερο εμπόδιο για τη δραστηριότητά του, έναντι 37% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Τα στοιχεία, τα οποία παρουσίασε χθες η Γενική Διευθύντρια του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) κυρία Βίκυ Λοϊζου, μιλώντας στο συνέδριο του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), αποτελούν βασικά ευρήματα της έκθεσης για την ελληνική βιομηχανία η οποία πρόκειται να παρουσιαστεί σήμερα στην Αθήνα.
Το χάσμα με Κίνα και Τέξας και η εξάρτηση από το LNG
Στο επίκεντρο του προβληματισμού της αγοράς βρίσκεται πλέον το κατά πόσο η αυξημένη παραγωγή πράσινης ενέργειας μπορεί να μεταφραστεί σε ανταγωνιστικό κόστος για τις επιχειρήσεις, αλλά και το πώς διαμορφώνονται οι επιβαρύνσεις που καταλήγουν στους καταναλωτές. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Ανδρέας Πετροπουλέας Διευθυντής Διαχείρισης Ενέργειας της ENERWAVE και πρόεδρος της Επιτροπής Ηλεκτρισμού του ΙΕΝΕ, παρά το γεγονός ότι οι ΑΠΕ κάλυψαν το 49,9% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ το 2025, το χάσμα στο ενεργειακό κόστος με άλλες ανταγωνιστικές οικονομίες παραμένει σημαντικό. Ειδικότερα, η μέση τιμή ρεύματος για την ενεργοβόρο βιομηχανία στην ΕΕ διαμορφώθηκε στα 94,7 ευρώ/MWh, έναντι 60,2 ευρώ/MWh στην Κίνα και 44,2 ευρώ/MWh στο Τέξας. Με άλλα λόγια, η πράσινη μετάβαση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε φθηνότερη ενέργεια.
Στην Ελλάδα, μάλιστα, οι μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση τουλάχιστον 150 GWh πλήρωσαν κατά μέσο όρο 113 ευρώ/MWh το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 112,8 ευρώ/MWh που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ. Την ίδια στιγμή, η σταδιακή απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει αυξήσει την έκθεσή της στη διεθνή αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Τα δεδομένα είναι ενδεικτικά. Οι εισαγωγές ρωσικού αερίου στην ΕΕ μειώθηκαν από 152 δισ. κυβικά μέτρα το 2021 σε 36 δισ. το 2025, ενώ οι εισαγωγές LNG έφτασαν σε ιστορικό υψηλό, στα 146 δισ. κυβικά μέτρα, με το 58% να προέρχεται από τις ΗΠΑ. Όπως επεσήμανε ο κ. Πετροπουλέας, η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας ενισχύει μεν την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά δεν εξαλείφει την έκθεση της Ευρώπης στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών του LNG, οι οποίες απαιτούν αποτελεσματική διαχείριση.
Οι ΑΠΕ τρέχουν ταχύτερα από τα δίκτυα – 1.905 GWh οι περικοπές
Ένα από τα βασικά προβλήματα που ανέδειξε το στέλεχος της ENERWAVE , είναι η αναντιστοιχία μεταξύ της ταχύτητας ανάπτυξης των ΑΠΕ και εκείνης των ηλεκτρικών δικτύων. Τα έργα ΑΠΕ μπορούν να υλοποιηθούν σε διάστημα ενός έως πέντε ετών, όταν για τα νέα δίκτυα απαιτούνται από πέντε έως 15 χρόνια. Η χρονική απόσταση δημιουργεί πιέσεις στο σύστημα, καθώς η πράσινη παραγωγή δεν είναι πάντα διαθέσιμη τις ώρες που υπάρχει ζήτηση.
Χαρακτηριστικό είναι το υποθετικό παράδειγμα που παρουσίασε. Ένα φωτοβολταϊκό πάρκο ισχύος 100 MW παράγει σε ένα 24ωρο 600 MWh, όσο καταναλώνει μια εγκατάσταση με σταθερό φορτίο 25 MW. Ωστόσο, λόγω της διαφορετικής χρονικής κατανομής παραγωγής και κατανάλωσης, μόνο το 42,5% της ζήτησης καλύπτεται απευθείας από την ηλιακή ενέργεια και η υπόλοιπη από άλλες πηγές, διότι δεν υπάρχουν επαρκείς μονάδες αποθήκευσης.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν την πίεση από την υπερπαραγωγή των φωτοβολταϊκών και τις αναγκαίες περικοπές που γίνονται από τους Διαχειριστές ώστε να διατηρηθεί η ευστάθεια του συστήματος. Ειδικότερα, το διάστημα Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026 οι εκτιμώμενες περικοπές ενέργειας από ΑΠΕ έφτασαν τις 1.905 GWh, ενώ η σχετική αξία της ηλιακής μεγαβατώρας (MWh) υποχώρησε από το 71,9% της μέσης τιμής της αγοράς το πρώτο εξάμηνο του 2024 στο 44% το αντίστοιχο διάστημα του 2026. Παράλληλα, καταγράφηκαν 788 ώρες με τιμές κάτω από 0,05 ευρώ/MWh στο πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 168 ωρών την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η αποθήκευση έχει αρχίσει να συμβάλλει στον περιορισμό των περικοπών, αλλά η βάση παραμένει χαμηλή. Οι συνδεδεμένες μπαταρίες στο ηλεκτρικό σύστημα ανέρχονταν σήμερα σε περίπου 0,8 GW, έναντι περίπου 12 GW φωτοβολταϊκών.
Το κόστος της χρονικής αναντιστοιχίας ανάμεσα στην παραγωγή και τη ζήτηση αναδεικνύει και η μεγάλη απόκλιση στις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς. Σύμφωνα με τον κ. Πετροπουλέα, στις 29 Οκτωβρίου 2026, η μέση τιμή στην ελληνική αγορά επόμενης ημέρας διαμορφώθηκε περίπου στα 106 ευρώ/MWh μεταξύ 09:00 και 15:00, ενώ από τις 17:00 έως τις 22:00 έφτασε κατά μέσο όρο τα 409 ευρώ/MWh, με μέγιστη τιμή τα 450 ευρώ/MWh στις 18:00.
Ο κ. Πετροπουλέας περιέγραψε ένα πλέγμα αναγκαίων παρεμβάσεων για την ανακούφιση της βιομηχανίας. Στις άμεσες περιλαμβάνονται ο περιορισμός των επιβαρύνσεων για τους καταναλωτές μέσης και υψηλής τάσης, η στοχευμένη στήριξη επιλέξιμων κλάδων και η ανάπτυξη συμβάσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας προσαρμοσμένων στο προφίλ και στο ωράριο λειτουργίας κάθε βιομηχανίας. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, έμφαση θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί στην επιτάχυνση των επενδύσεων στα δίκτυα και στις διασυνδέσεις, στην αποθήκευση και στην ευέλικτη ζήτηση.
Ο λογαριασμός των 756 εκατ. ευρώ από τις προσαυξήσεις
Από την πλευρά του, ο κ. Αντώνης Κοντολέων, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ) εστίασε στη λειτουργία της αγοράς εξισορρόπησης, υποστηρίζοντας ότι ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές και εκκαθαρίζονται οι αποκλίσεις δημιουργεί σημαντικές στρεβλώσεις και επιβαρύνσεις για τους καταναλωτές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε χθες από το βήμα του συνεδρίου του ΙΕΝΕ, οι Λογαριασμοί Προσαυξήσεων ΛΠ2 και ΛΠ3 (χρεώσεις που συνδέονται με τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και την εξισορρόπηση του συστήματος) επιβάρυναν τους καταναλωτές με 756 εκατ. ευρώ κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026, ενώ σε ορισμένες εβδομάδες οι σχετικές χρεώσεις έφτασαν, όπως ανέφερε, σε μέση τιμή έως και 45 ευρώ/MWh.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο κάτω όριο των -100 ευρώ/MWh στην καθοδική αγορά εξισορρόπησης του Χρηματιστηρίου Ενέργειας. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο συγκεκριμένος μηχανισμός δημιουργεί κίνητρα για στρατηγική συμπεριφορά από παραγωγούς που εμφανίζουν αρνητική απόκλιση σε σχέση με τις δηλώσεις τους με συνέπεια, σε ορισμένες περιπτώσεις, να πληρώνονται για την ενέργεια που διαθέτουν στην αγορά επόμενης ημέρας και ταυτόχρονα να λαμβάνουν αποζημίωση για την απόκλισή τους στην αγορά εξισορρόπησης.
Όσον αφορά στην αξιοποίηση της πράσινης ενέργειας, εκτίμησε ότι τουλάχιστον 3 TWh ενέργειας από ΑΠΕ χάνονται λόγω της έλλειψης επαρκούς αποθήκευσης. Υποστήριξε δε ότι εάν αυτή η ενέργεια μπορούσε να αποθηκευτεί και να εγχυθεί στο σύστημα κατά τις απογευματινές ώρες αιχμής, θα περιοριζόταν η παραγωγή από φυσικό αέριο, το ανθρακικό αποτύπωμα και η χονδρεμπορική τιμή. Εκτίμησε δε ότι η αξία της χαμένης ενέργειας ενδέχεται να αντιστοιχεί σε κόστος τουλάχιστον 600 εκατ. ευρώ.






































