Οι εικόνες φλεγόμενων κτιρίων, κατεστραμμένων καταστημάτων και λεηλατημένων εμπορικών δρόμων κυριαρχούν τις τελευταίες εβδομάδες στη διεθνή ειδησεογραφία για τη Γαλλία.
«Η Γαλλία φλέγεται», «Η Γαλλία σε αναταραχή», «Χάος στη Γαλλία» είναι μερικοί από τους τίτλους που σε διεθνή Μέσα, δίνοντας έμφαση στα βίαια επεισόδια ενός κατά βάση ειρηνικού φοιτητικού κινήματος, το οποίο διεκδικεί καλύτερες συνθήκες στην εκπαίδευση.
Ωστόσο, για να κατανοήσει κανείς γιατί τέτοια φαινόμενα επανεμφανίζονται στη Γαλλία, πρέπει να εξετάσει βαθύτερα την ιστορία των κοινωνικών συγκρούσεων στη χώρα, αλλά και την ίδια την έννοια της βίας, γράφει η ιστορικός Λουντιβίν Μπαντινί στο Al Jazeera.
Οι διαφορετικές μορφές της βίας
Στη σημερινή δημόσια συζήτηση, ο όρος «βία» χρησιμοποιείται συχνά αδιακρίτως για να περιγράψει εντελώς διαφορετικές καταστάσεις: από τη θραύση μιας βιτρίνας και τον εμπρησμό ενός αυτοκινήτου μέχρι τον τραυματισμό διαδηλωτών από αστυνομικούς ή την ένοπλη επίθεση εναντίον άοπλου πλήθους.
Αυτή η εξίσωση, ωστόσο, παραβλέπει τις ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στην υλική καταστροφή, την επίθεση κατά ανθρώπων, την κοινωνική εξέγερση και την κρατική καταστολή.
Ο Βραζιλιάνος αρχιεπίσκοπος Ντομ Έλντερ Καμάρα, υποστηρικτής της θεολογίας της απελευθέρωσης, είχε διακρίνει τρεις μορφές βίας: πρώτον, τη βία της αδικίας που καταπιέζει, δεύτερον, τη βία της εξέγερσης που προκαλείται από αυτήν την αδικία και, τρίτον, τη βία της καταστολής που ακολουθεί.
Σε αυτές θα μπορούσε να προστεθεί ακόμη μία μορφή: η βία της ανισότητας, των διακρίσεων, της κοινωνικής ταπείνωσης και της επισφαλούς διαβίωσης.
Πρόκειται για μια βία λιγότερο θεαματική, η οποία όμως μπορεί να διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία ακόμη και όταν επικρατεί φαινομενική ηρεμία, σύμφωνα με την Μπαντινί.
Από τη Γαλλική Επανάσταση στην καταστολή της λαϊκής εξέγερσης
Η γαλλική ιστορία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της στενής σχέσης ανάμεσα στην κοινωνική αδικία, τις λαϊκές εξεγέρσεις και την κρατική καταστολή.
Στις 14 Ιουλίου 1789, η κατάληψη της Βαστίλης αποτέλεσε μία από τις εμβληματικότερες στιγμές της Γαλλικής Επανάστασης. Η ένοπλη εξέγερση στράφηκε εναντίον της απόλυτης μοναρχίας, με τη φυλακή να συμβολίζει την αυθαιρεσία και την καταπίεση του παλαιού καθεστώτος.

Η έφοδος στη Βαστίλη, όπως απεικονίζεται σε έναν πίνακα της εποχής (ανώνυμος)
Η φρουρά της Βαστίλης άνοιξε πυρ εναντίον των επιτιθέμενων, σκοτώνοντας περίπου 100 ανθρώπους. Μετά την παράδοση της Βαστίλης, ο διοικητής της, Μπερνάρ-Ρενέ Ζουρντάν ντε Λονέ, δολοφονήθηκε και το κεφάλι του περιφέρθηκε στους δρόμους πάνω σε ένα κοντάρι.
Τις επόμενες εβδομάδες, αγρότες εισέβαλαν σε περιουσίες αριστοκρατών, λεηλάτησαν ιδιοκτησίες και έκαψαν έγγραφα που κατοχύρωναν τα φεουδαρχικά δικαιώματα. Τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν σύμβολα της εξουσίας και της εκμετάλλευσης που υφίσταντο οι αγροτικοί πληθυσμοί.
Τρία χρόνια αργότερα, στις 10 Αυγούστου 1792, επαναστάτες εισέβαλαν στα ανάκτορα του Κεραμεικού (Tuileries), με αποτέλεσμα τον θάνατο εκατοντάδων Ελβετών φρουρών. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, μέσα σε κλίμα πανικού λόγω της απειλής ξένης εισβολής, ένοπλες ομάδες εκτέλεσαν περισσότερους από 1.000 κρατουμένους, μεταξύ των οποίων ιερείς και ανθρώπους που είχαν συλληφθεί για κοινά ποινικά αδικήματα.
Οι εξεγέρσεις αυτές δεν μπορούν να αποκοπούν από τη συστημική βία του παλαιού καθεστώτος: τα προνόμια λόγω καταγωγής, τη φεουδαρχική καταπίεση, τις φορολογικές ανισότητες και την αυθαίρετη άσκηση εξουσίας.
Ο 19ος αιώνας και η αιματηρή καταστολή της Παρισινής Κομμούνας
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο φόβος και η οργή απέναντι στην εξουσία συνέχισαν να τροφοδοτούν συλλογικές συγκρούσεις.
Τον Φεβρουάριο του 1831, ένα πλήθος που αντιδρούσε στην ισχυρή επιρροή της Εκκλησίας (αντικληρικαλικό) λεηλάτησε το αρχιεπισκοπικό μέγαρο του Παρισιού και κατέστρεψε τα έπιπλά του.

Στα οδοφράγματα, 18 Μαρτίου 1871
Το 1871, μετά την ήττα της Γαλλίας στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο, χιλιάδες δυσαρεστημένοι Παριζιάνοι εξεγέρθηκαν και εγκαθίδρυσαν την Παρισινή Κομμούνα. Οι επαναστάτες κράτησαν ομήρους, επιχειρώντας να αναγκάσουν την κυβέρνηση των Βερσαλλιών να σταματήσει τους βομβαρδισμούς.
Η σύγκρουση κορυφώθηκε κατά τη λεγόμενη «Ματωμένη Εβδομάδα», όταν ο στρατός των Βερσαλλιών κατέστειλε την Κομμούνα, σκοτώνοντας χιλιάδες ανθρώπους.
Εργατικές εξεγέρσεις και συγκρούσεις με την εργοδοσία
Η κοινωνική βία στη Γαλλία δεν εκφράστηκε μόνο μέσα από ένοπλες εξεγέρσεις και τη βίαιη καταστολή τους. Πήρε επίσης τη μορφή εργατικών κινητοποιήσεων, κατά τις οποίες στόχοι έγιναν εργοστάσια, μηχανήματα και εκπρόσωποι των εργοδοτών.
Στις 26 Ιανουαρίου 1886, στην πόλη Ντεκαζβίλ, ο μηχανικός Ζιλ Βατρέν, υποδιευθυντής των τοπικών ορυχείων, ξυλοκοπήθηκε από εξαγριωμένους ανθρακωρύχους, πετάχτηκε από ένα παράθυρο και σκοτώθηκε. Το όνομά του αποτέλεσε τη βάση του όρου «watrinade», που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τη δολοφονία ενός διευθυντή ή εργοδότη.
Το 1903, στο Αρμαντιέρ, μια απεργία στον κλωστοϋφαντουργικό κλάδο κατέληξε σε λεηλασίες καταστημάτων. Τρία χρόνια αργότερα, στη Λιμόζ, διαδηλωτές παραβίασαν τις πύλες εργοστασίων και κατέστρεψαν πορσελάνες σε μία από τις μονάδες παραγωγής. Παράλληλα, λεηλατήθηκαν δύο καταστήματα όπλων και τοποθετήθηκε εκρηκτικός μηχανισμός έξω από την κατοικία ενός διευθυντή.
Ο Μάης του 1968 και η κοινωνική έκρηξη στη Γαλλία
Το 1968, ένα φοιτητικό κίνημα που διεκδικούσε καλύτερες συνθήκες στα πανεπιστήμια πυροδότησε μια ευρύτερη κοινωνική κινητοποίηση, στην οποία συμμετείχαν εκατομμύρια εργαζόμενοι μέσω απεργιών.
Στο Παρίσι, οι συγκρούσεις στα οδοφράγματα στη Λατινική Συνοικία συνοδεύτηκαν από αναποδογυρισμένα και πυρπολημένα αυτοκίνητα, ρίψεις πλακών πεζοδρομίου και χρήση αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών. Στη Ναντ, ο διευθυντής της αεροπορικής βιομηχανίας Sud Aviation κρατήθηκε όμηρος μέσα στο εργοστάσιο για αρκετές ημέρες.
Η εξέγερση του Μάη του 1968 ανέδειξε ότι οι φοιτητικές διεκδικήσεις μπορούσαν να συνδεθούν με ευρύτερα αιτήματα για αλλαγή των κοινωνικών και εργασιακών σχέσεων.

Οδοφράγματα στο Μπορντό, Μάιος 1968
Αποβιομηχάνιση, ανεργία και νέες εργατικές συγκρούσεις
Τις επόμενες δεκαετίες, η αποβιομηχάνιση επιδείνωσε την εργασιακή ανασφάλεια και οδήγησε σε νέες κινητοποιήσεις.
Το 1979, εργαζόμενοι στη χαλυβουργία των Λονγκβί και Ντενέν, αντιμέτωποι με μαζικές περικοπές θέσεων εργασίας, συμμετείχαν σε δυναμικές διαμαρτυρίες. Οι κινητοποιήσεις άφησαν πίσω σπασμένες πόρτες και διασκορπισμένα έγγραφα στην υπονομαρχία του Μπριέ, καμένα οχήματα και κατεστραμμένες βιτρίνες.
Το 2009, μετά την ανακοίνωση του κλεισίματος του εργοστασίου της Continental στο Κλερουά, εργαζόμενοι λεηλάτησαν το κτίριο της υπονομαρχίας στην Κομπιέν.
Το 2015, στην Air France, δύο στελέχη της διοίκησης δέχθηκαν επίθεση κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας για τις περικοπές θέσεων εργασίας.
Έναν χρόνο αργότερα, οι κινητοποιήσεις κατά της μεταρρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας, η οποία διευκόλυνε τις απολύσεις, συνοδεύτηκαν από σπασμένες βιτρίνες και επιθέσεις σε αστυνομικά οχήματα.
Τα Κίτρινα Γιλέκα και η βία των κοινωνικών ανισοτήτων στη Γαλλία
Το 2018, το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» έφερε ξανά στο προσκήνιο την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Οι κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν με αφορμή οικονομικά αιτήματα και το ασφυκτικό κόστος ζωής, απέκτησαν πρωτοφανή δημοσιότητα. Τον Δεκέμβριο του 2018, η Αψίδα του Θριάμβου υπέστη βανδαλισμούς, ενώ καταστήματα λεηλατήθηκαν.
Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία είχαν και οι σοβαροί τραυματισμοί διαδηλωτών από τις δυνάμεις ασφαλείας. Το γεγονός αυτό ανέδειξε μια ακόμη διάσταση της σύγκρουσης: η βία δεν προερχόταν αποκλειστικά από τους διαδηλωτές, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιμετώπιζε τις κινητοποιήσεις.

Διαδήλωση των «κίτρινων γιλέκων» στο Μπελφόρ της Γαλλίας, στις 29 Δεκεμβρίου 2018
Αγρότες και αλιείς στο στόχαστρο της κρατικής εξουσίας
Οι δυναμικές διαμαρτυρίες δεν περιορίστηκαν στους φοιτητές και τους εργαζομένους. Αγρότες και αλιείς έχουν επίσης προχωρήσει κατά καιρούς σε εντυπωσιακές ενέργειες, στρέφοντας την οργή τους εναντίον κρατικών υπηρεσιών και δημόσιων κτιρίων.
Το 1994, διαδήλωση αλιέων για την κρίση στον κλάδο τους εξελίχθηκε σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας και προκάλεσε πυρκαγιά που κατέστρεψε το Κοινοβούλιο της Βρετάνης.
Το 1999, αγρότες λεηλάτησαν το γραφείο της υπουργού Περιβάλλοντος Ντομινίκ Βουανέ, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στις κυβερνητικές πολιτικές.
Οι ταραχές του 2005 και ο θάνατος του Ναέλ το 2023
Δεν εντάσσονται όλες οι μορφές συλλογικής βίας σε οργανωμένα κινήματα διαμαρτυρίας. Ορισμένες ξεσπούν μετά από τραγικά γεγονότα, λειτουργώντας ως έκφραση συσσωρευμένης οργής και κοινωνικών εντάσεων.
Το 2005, ο θάνατος των Ζιέντ Μπενά και Μπουνα Τραορέ πυροδότησε εκτεταμένες ταραχές σε εργατικές συνοικίες του Παρισιού και άλλων γαλλικών πόλεων. Χιλιάδες αυτοκίνητα πυρπολήθηκαν και δημόσια κτίρια έγιναν στόχος επιθέσεων.

Ο Μπούνα Τραορέ, δεξιά, και ο Ζιέντ Μπέννα ήταν 15 και 17 ετών αντίστοιχα όταν έχασαν τη ζωή τους το 2005 [EPA]
Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 2023, ο θάνατος του 17χρονου Ναέλ Μερζούκ, ο οποίος σκοτώθηκε από πυρά αστυνομικού στη Ναντέρ, προκάλεσε νέο κύμα οργής. Οχήματα και καταστήματα δέχθηκαν επιθέσεις, ενώ ξέσπασαν εκτεταμένα επεισόδια σε πολλές περιοχές της χώρας.
Και στις δύο περιπτώσεις, τα γεγονότα ανέδειξαν τις βαθύτερες εντάσεις που σχετίζονται με τις κοινωνικές ανισότητες, τον αποκλεισμό των υποβαθμισμένων προαστίων και τη σχέση των κατοίκων τους με τις αστυνομικές αρχές.
Η καταστροφή ως πολιτικό μήνυμα
Η μακρά ιστορία των κοινωνικών συγκρούσεων στη Γαλλία δείχνει ότι η λαϊκή βία δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε ενιαίο φαινόμενο.
Από την καταστροφή των φεουδαρχικών αρχείων και τη δολιοφθορά εργοστασιακών μηχανημάτων μέχρι την επίθεση σε αστυνομικές υπηρεσίες ή τον εμπρησμό καταστημάτων, οι πράξεις καταστροφής μπορούν να έχουν διαφορετικά κίνητρα και στόχους.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η υλική καταστροφή λειτουργεί ως μια μορφή πολιτικής έκφρασης, ένα μήνυμα προς την εξουσία που θεωρείται αδιάφορη, άδικη ή απρόθυμη να ακούσει τα αιτήματα της κοινωνίας.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται κάθε πράξη βίας ή ότι οι επιθέσεις εναντίον ανθρώπων και περιουσιών παύουν να έχουν σοβαρές συνέπειες. Σημαίνει, όμως, ότι η αξιολόγηση των επεισοδίων δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένα από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που τα προκαλούν.

Διαδηλωτές χρησιμοποιούν πυροτεχνήματα κατά τη διάρκεια διαδήλωσης που διοργάνωσαν τα συνδικάτα στο πλαίσιο των πανεθνικών διαδηλώσεων που κήρυξε το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων», στις οποίες συμμετείχαν επίσης Γάλλοι μαθητές λυκείου και φοιτητές, διαμαρτυρόμενοι για το κόστος διαβίωσης και την αύξηση των τιμών των καυσίμων, στο Παρίσι της Γαλλίας, στις 31 Οκτωβρίου 2026. REUTERS/Pedro Nunes
Η Γαλλία δεν έγινε ξαφνικά μια «χώρα βίας»
Οι πιο θεαματικές και βίαιες ενέργειες πραγματοποιούνται συχνά από μια μειοψηφία και δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν από μόνες τους κινητοποιήσεις που στη μεγάλη τους πλειονότητα είναι ειρηνικές.
Παράλληλα, η εστίαση στις εικόνες των επεισοδίων δεν πρέπει να επισκιάζει τις βαθύτερες μορφές βίας που διατρέχουν την κοινωνία: την οικονομική ανασφάλεια, τις ανισότητες, τις διακρίσεις, τον κοινωνικό αποκλεισμό και την καταστολή.
Το να υποστηρίζει κανείς ότι η βία εμφανίστηκε ξαφνικά στη Γαλλία, διαταράσσοντας μια μέχρι πρότινος ειρηνική κοινωνία, σημαίνει ότι αγνοεί ένα ουσιαστικό κομμάτι της πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας της χώρας.
Η σημερινή αναταραχή δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από τις φλεγόμενες βιτρίνες και τα κατεστραμμένα κτίρια. Χρειάζεται να εξεταστεί και μέσα από τις αδικίες, τις ανισότητες και τις συγκρούσεις που, επί αιώνες, διαμορφώνουν τη σχέση της γαλλικής κοινωνίας με την εξουσία.
Πηγή: in.gr




































