Οι μηδενικές αποδόσεις των γερμανικών bunds, τα οποία αποτελούν και το αδιαμφισβήτητο σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων, φαίνεται πως σύντομα θα αποτελούν παρελθόν, καθώς οι οικονομίες της Γερμανίας και της ευρωζώνης έχουν αρχίσει να παίρνουν μπροστά και να πατούν γκάζι.

Παράλληλα, όμως, η άνοδος των αποδόσεων για τα ιταλικά δεκαετή ομόλογα στα υψηλά των τελευταίων οκτώ μηνών, την Δευτέρα, δεν ερμηνεύθηκε ως αισιόδοξο σημάδι και σήμανε ένα «καμπανάκι» στα οικονομικά επιτελεία. Και μάλιστα όχι μόνο της Ρώμης αλλά και των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι βασικές αιτίες πίσω από την εξέλιξη αυτή είναι δύο: Αφενός, οι αμφιβολίες που έχουν αρχίσει να εγείρονται αναφορικά με την εφαρμογή του εθνικού σχεδίου για την αξιοποίηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Αφετέρου, η διαφαινόμενη επιβράδυνση του ρυθμού αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ, καθώς η ανάκαμψη μοιάζει να έρχεται ταχύτερα από ό,τι αρχικά αναμενόταν.

Αν, όμως, η πρώτη πλευρά άπτεται των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων και ισορροπιών στην Ιταλία και της ικανότητας του Μάριο Ντράγκι να διαχειριστεί τις… γκρίνιες και τις παγίδες του Ματέο Σαλβίνι, η δεύτερη υποκρύπτει τη μεγάλη συζήτηση που έχει ήδη αρχίσει στην Ευρώπη. Μια συζήτηση που αφορά στην επόμενη ημέρα, μόλις η Covid-19 θα αποτελεί παρελθόν, τουλάχιστον με τη μορφή της πανδημίας.

Γόρδιος Δεσμός

Όσοι ήδη έχουν αρχίσει να κάνουν τις προβολές στο εγγύς μέλλον, διαπιστώνουν πως πρακτικά πρόκειται για ένα Γόρδιο Δεσμό. Για μια κατάσταση, με άλλα λόγια, που δεν θα έχει προφανείς απαντήσεις και θα φέρει στην επιφάνεια νέες και παλιές αντιθέσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ευρωζώνης.

«Οι υποστηρικτές της ανάπτυξης δεν έχουν ακόμη κατατροπώσει τους αρνητές. Υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για λασπολογία. Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να στοιχειώνει την ευρωπαϊκή πολιτική. Ενώ οι θόρυβοι που έρχονται από την ΕΚΤ σημαίνουν ότι μια μέτρια άνοδος του πληθωρισμού φέτος θα ξεπεραστεί εύκολα, αυτοί οι ισχυρισμοί θα δοκιμαστούν πραγματικά όταν οι Γερμανοί πολιτικοί αρχίζουν να κραυγάζουν», σημείωνε πρόσφατα ο Economist, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε κατ’ αποκλειστικότητα για την Ελλάδα στο ot.gr.

Σύμφωνα, μάλιστα, με ρεπορτάζ του Politico, η αναμέτρηση έχει ήδη ξεκινήσει. Όπως σημείωνε την περασμένη Παρασκευή το γνωστό (και συνήθως έγκυρο) Μέσο, «πρώην επικεφαλής οικονομολόγοι της ΕΚΤ προειδοποιούν για μια παγίδα χρέους στην ευρωζώνη στην περίπτωση που ο πληθωρισμός επιστρέψει».

Η κλασική συνταγή

Ας το διατυπώσουμε με απλά λόγια: Όταν ο πληθωρισμός ενισχύεται με ρυθμό που απειλεί την «κόκκινη γραμμή» που έχουν θέσει οι κεντρικές τράπεζες (για την ΕΚΤ αυτή ορίζεται ως «κοντά στο 2% μεσοπρόθεσμα»), τότε η συνήθης αντίδρασή τους είναι να προχωρήσουν σε σταδιακή αύξηση των επιτοκίων, για να ανακόψουν την ανοδική τάση εγκαίρως.

Αυτό, ωστόσο, είναι κάτι που ειδικά στην περίπτωση των υπερχρεωμένων χωρών, επιφέρει μια επίπτωση η οποία κάθε άλλο παρά παράπλευρη μπορεί να θεωρηθεί: Η εξυπηρέτηση του χρέους καθίσταται πιο ακριβή και, σε ορισμένες περιπτώσεις δυσβάσταχτη έως πρακτικά αδύνατη.

Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως ίσως είναι προφανές, η δημοσιονομική και η νομισματική πολιτική όχι απλώς δεν ταυτίζονται, αλλά καθίστανται ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Όσο για το ποια θα πάρει το πάνω χέρι, εξαρτάται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, από τις πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν.

Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι κατά την προηγούμενη κρίση, τη χρηματοπιστωτική, η δημοσιονομική πολιτική πρακτικά υποτάχθηκε στη νομισματική, καθώς η εκτίμηση που έγινε ήταν πως αυτό που απειλούνταν πρακτικά ήταν η ίδια η ύπαρξη του ευρώ. Με τον τρόπο αυτό και με την ανελαστικότητα που επέβαλε η πολιτική Σόιμπλε, μια σειρά χώρες οδηγήθηκαν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας – ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Τι φοβούνται οι Γερμανοί

Αυτή τη φορά, ωστόσο, τα πράγματα μοιάζουν να είναι διαφορετικά. «Η ΕΚΤ θα ανεχθεί τον πληθωρισμό εάν έρθει. Η παράπλευρη ζημιά από τη σύσφιξη της δημοσιονομικής πολιτικής θα είναι μεγάλη και ουδείς θέλει να φτάσει εκεί», σημειώνει μιλώντας στο Politico ο (Γερμανός) επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ την περίοδο 2006-’11, Γιούργκεν Σταρκ.

«Η κυριαρχία της δημοσιονομικής πολιτικής είναι μια πραγματικότητα σήμερα στην Ευρώπη», παραδέχεται συμφωνώντας επί της ουσίας και ο (επίσης Γερμανός) προκάτοχός του Σταρκ, την περίοδο 1998-’06, Ότμαρ Ίσινγκ.

Από την πλευρά του, ο διάδοχος και των δύο, ο οποίος βρέθηκε στην κρίσιμη αυτή θέση στο διάστημα 2011-’19, ο – Γερμανός και αυτός! – Πέτερ Πράετ, μοιάζει να μην είναι τόσο απόλυτος, σίγουρα όμως είναι ανήσυχος. Όπως λέει, τον προβληματίζει το σενάριο οι διαβεβαιώσεις που δίνει η ΕΚΤ ότι θα συνεχίσει για το ορατό μέλλον την ίδια πολιτική «διευκολύνσεων» να κάνει τους κεντρικούς τραπεζίτες διστακτικούς στην υιοθέτηση μιας πιο σφιχτής πολιτικής στην περίπτωση που ο πληθωρισμός κάνει την έκπληξη και επιστρέψει.

Τι θα συμβεί, λοιπόν, στο τέλος, ειδικά εάν οι τελευταίες προβλέψεις επιβεβαιωθούν, η ανάπτυξη έρθει πιο γρήγορα και ο πληθωρισμός κάνει την έκπληξη;

Η αλήθεια είναι πως η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το θέμα ανεβάζει επίσης ρυθμούς και οι πάντες προετοιμάζονται, καθώς η κρίσιμη αναμέτρηση μπορεί να έρθει χωρίς να το καταλάβουν.

Οι Γάλλοι, ο Νότος και η… Fed

Αυτός είναι και ο λόγος που η Γαλλία, όπως και οι περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, τάσσονται πλέον ανοιχτά υπέρ της μεταρρύθμισης και ελαστικοποίησης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο δεύτερο συνθετικό. Όπως σημειώνουν, εξάλλου και η αμερικανική Fed αύξησε (προσωρινά) τον στόχο της για τον πληθωρισμό, προκειμένου να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη και μάλιστα παγκοσμίως.

Είναι κάτι, άλλωστε, που παραδέχεται και ο Πράετ, καθώς και άλλοι σκληροί της ΕΚΤ. Ανάμεσά τους και ο γνωστός Όλι Ρεν, που σήμερα είναι μέλος της διοίκησης και θεωρεί σωστό το παράδειγμα των ΗΠΑ και την υιοθέτηση μιας προσωρινής ευελιξίας.

Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι κάποιοι δεν θέλουν αυτή να είναι προσωρινή, αλλά μόνιμη. Διότι, όπως λένε, σε διαφορετική περίπτωση το πρόβλημα δεν θα λυθεί και απλώς θα μετατεθεί για ένα-δύο χρόνια.

Μόνο που η θέση τους ξυπνά τον εφιάλτη του πληθωρισμού στο Βερολίνο, που για την ώρα αντιδρά. Το σενάριο δε που θέλει τους Πράσινους σε θέση ισχύος μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου δικαιολογεί μεν κάποια αισιοδοξία, αλλά ουδεμία βεβαιότητα. Εξάλλου οι Γερμανοί – μαύροι και κόκκινοι, πράσινοι και κίτρινοι – παραμένουν πάντα Γερμανοί!

Χωρίς ανάπτυξη, δεν υπάρχει πρόβλημα…

Υπάρχει, άραγε, ενδεχόμενο η σύγκρουση να αποφευχθεί; Για την ώρα, οι προβλέψεις των οικονομολόγων της ΕΚΤ, της Κομισιόν και άλλων διεθνών οργανισμών σημειώνουν ότι η κατάσταση θα παραμείνει υπό έλεγχο τόσο φέτος όσο και στην επόμενη διετία. Κάτι που σημαίνει ότι τα… μαχαίρια δεν θα χρειαστεί να βγουν από τα θηκάρια.

Το σίγουρο είναι, σε κάθε περίπτωση, πως αναμέτρηση δεν θα υπάρξει εάν η ανάκαμψη και η ανάπτυξη δεν έρθουν όσο ορμητικά αναμένουν και ελπίζουν ορισμένοι, κάτι που σημαίνει ότι και ο πληθωρισμός θα μείνει καθηλωμένος σε επίπεδα που δεν ανησυχούν το Βερολίνο και τους συμμάχους του.

Είναι, όμως, αυτό ένα σενάριο που πρέπει να ευχόμαστε για να αποφύγουμε τις δύσκολες πολιτικές αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν σε διαφορετική περίπτωση; Να ελπίζουμε, δηλαδή, ότι οι οικονομίες θα παραμείνουν στην κακή κατάσταση που βρίσκονται σήμερα; Ίσως κάποιοι το κάνουν, όμως τότε θα προκύψουν διαφορετικής φύσης προβλήματα – και μάλλον πιο σοβαρά.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Διεθνή