Συχνά, οι συζητήσεις γύρω από τη φορολόγηση των μερισμάτων επικεντρώνονται στον χαμηλό συντελεστή 5%, παραβλέποντας τη συνολική φορολογική επιβάρυνση που υφίστανται οι επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν τα μερίσματα στους δικαιούχους (εταίρους / μετόχους). Ας δούμε πώς προσδιορίζεται αυτή η επιβάρυνση, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τον φόρο εισοδήματος των εταιρειών όσο και τον φόρο επί των μερισμάτων.
Αρχικά, οι εταιρείες φορολογούνται με συντελεστή 22% επί των κερδών τους, δηλαδή, πριν τη διανομή οποιουδήποτε μερίσματος, οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να καταβάλλουν φόρο εισοδήματος επί των καθαρών (φορολογητέων) κερδών τους. Για παράδειγμα, αν μια εταιρεία έχει κέρδη 100.000 ευρώ, όπου για την διευκόλυνση του αναγνώστη θεωρούμε ότι τα λογιστικά κέρδη είναι και φορολογητέα, ο φόρος εισοδήματος που καλείται να καταβάλει είναι 22.000 ευρώ [100.000 χ 22%]. Τα κέρδη που απομένουν προς διανομή ή/και κεφαλαιοποίηση ανέρχονται στο ποσό των 78.000 ευρώ [100.000 – 22.000]. Τα μερίσματα που διανέμονται στους μετόχους φορολογούνται επιπλέον με συντελεστή 5%. Ο φόρος αυτός επιβάλλεται στα καθαρά κέρδη που διανέμονται, συνεπώς, αν η εταιρεία του παραδείγματος αποφασίσει να διανείμει ολόκληρο το ποσό των 78.000 ευρώ ως μερίσματα, ο επιπλέον φόρος που θα καταβληθεί είναι 3.900 ευρώ [78.000 χ 5%]. Στη συνέχεια για να υπολογίσουμε τη συνολική φορολογική επιβάρυνση, αθροίζουμε τους δύο φόρους, ήτοι φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων και φόρο μερισμάτων, συνεπώς η συνολική φορολογική επιβάρυνση θα ανέλθει στο ποσό των 25.900 ευρώ [22.000 + 3.900]. Συνεπώς τα κέρδη των 100.000,00 φορολογούνται συνολικά με συντελεστή 25,9% [25.900 / 100.000].
Είναι σαφές ότι η φορολόγηση των μερισμάτων δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα αλλά σε συνδυασμό με τη φορολόγηση των εταιρικών κερδών από τα οποία προέρχονται τα μερίσματα. Η συνολική επιβάρυνση, όπως προαναφέρεται, ανέρχεται σε 25,9% γεγονός που δείχνει ότι τα μερίσματα, τελικά, επιβαρύνονται σημαντικά από τη φορολογία.
Επομένως κάθε προσπάθεια «τεκμηρίωσης» μέσω χρήσης επιλεκτικών δεδομένων μιας προνομιακής φορολογικής μεταχείρισης, λες και το μέρισμα «γεννήθηκε» φορολογικά παρθένο και το μόνο που συνέβη ήταν η επιβολή ενός 5%, είναι λάθος. Αξίζει επίσης να επισημανθεί κάτι που συχνά αποσιωπάται στη δημόσια συζήτηση, δηλαδή ότι τα μερίσματα δεν αφορούν αποκλειστικά μεγάλους ομίλους, πολυεθνικές ή κάποιο απρόσωπο «κεφάλαιο». Αφορούν κατά κύριο λόγο χιλιάδες μικρές και μεσαίες εταιρικές επιχειρήσεις που τηρούν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, οικογενειακές επιχειρήσεις, τεχνικές, εμπορικές, παροχής υπηρεσιών, μικρές βιοτεχνίες, όπου το μέρισμα αποτελεί συχνά την αμοιβή του επιχειρηματικού κινδύνου, της επένδυσης και πολυετούς προσπάθειας.
Η παρουσίαση, λοιπόν, του 5% ως δήθεν προνομιακής ή «σκανδαλωδώς χαμηλής» φορολόγησης, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον προϋπάρχοντα φόρο 22% επί των εταιρικών κερδών, δεν συνιστά πλήρη οικονομική ανάλυση αλλά μάλλον επιλεκτική ανάγνωση της πραγματικότητας. Η κατανόηση της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης είναι κρίσιμη ώστε η δημόσια συζήτηση να διεξάγεται με πραγματικά δεδομένα και όχι με αριθμούς που απομονώνονται από το φορολογικό τους πλαίσιο διότι στη φορολογία, όπως και αλλού, η μισή αλήθεια σπανίως οδηγεί σε ολόκληρο συμπέρασμα.
Ο κ. Γιώργος Κορομηλάς είναι φορολογικός σύμβουλος, πρόεδρος Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών
















![Ακίνητα: Τι επιλέγουν οι Ελληνες – Η πίτα ολοκληρωμένων αγοραπωλησιών στην επικράτεια [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/akinita-888-efimerida-1024x682-1.jpg)




















