Υψηλότερο πληθωρισμό για φέτος και το 2027, χαμηλότερη ανάπτυξη την επόμενη χρονιά και αισθητά ασθενέστερη δυναμική επενδύσεων και κατανάλωσης προβλέπει το ΙΟΒΕ, αναθεωρώντας επί τα χείρω κρίσιμες εκτιμήσεις του για την ελληνική οικονομία. Η ενεργειακή επιβάρυνση και η επίμονη ακρίβεια περιορίζουν την ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί ένα επενδυτικό κενό που, σύμφωνα με το Ίδρυμα, θα καλυφθεί μόνο εν μέρει από τους εθνικούς πόρους.
Στην τριμηνιαία έκθεση που παρουσίασε σήμερα, το ΙΟΒΕ ανεβάζει την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό του 2026 στο 4%, από 3,7% τον Ιούλιο, και για το 2027 στο 3%, από 2,7%. Παράλληλα, διατηρεί στο 1,8% την εκτίμηση για τη φετινή ανάπτυξη, αλλά χαμηλώνει στο 1,9%, από 2%, τον πήχη για την επόμενη χρονιά.
Η υποβάθμιση είναι εντονότερη στις πάγιες επενδύσεις: για το 2027 αναμένεται πλέον αύξηση 4%, έναντι 8,5% που προέβλεπε το καλοκαίρι. Η αναμενόμενη άνοδός τους περιορίζεται, δηλαδή, σε λιγότερο από το μισό της προηγούμενης εκτίμησης.
Η μικρή αναθεώρηση του συνολικού ρυθμού ανάπτυξης για το 2027 συνοδεύεται, επομένως, από μεγαλύτερες περικοπές στις προβλέψεις για δύο βασικούς μοχλούς της οικονομίας: την κατανάλωση των νοικοκυριών και τις επενδύσεις.

Η ακρίβεια επιμένει και διαχέεται στις υπηρεσίες
Το ΙΟΒΕ αποδίδει την εντονότερη άνοδο των τιμών κυρίως στην αύξηση του κόστους των ενεργειακών αγαθών και στις δευτερογενείς επιδράσεις του στις αλυσίδες παραγωγής, λόγω των συνεχιζόμενων αναταραχών στη Μέση Ανατολή.
Οι πιέσεις, ωστόσο, έχουν ευρύτερο χαρακτήρα. Πέρα από την ενέργεια, σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται σε υπηρεσίες που επηρεάζουν άμεσα τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών, όπως η στέγαση, η εστίαση, ο τουρισμός και οι μεταφορές.
Στο πρώτο εννεάμηνο του 2026, ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε κατά 4%, ενώ ο εναρμονισμένος κατά 3,8%. Για το σύνολο του έτους, ο πίνακας προβλέψεων του Ιδρύματος τοποθετεί τον εναρμονισμένο πληθωρισμό στο 4%.
Για το 2027 προβλέπεται επιβράδυνση του πληθωρισμού στην περιοχή του 3%, με τη σταδιακή αποκλιμάκωση να τοποθετείται από το δεύτερο τρίμηνο. Η αβεβαιότητα παραμένει, πάντως, ιδιαίτερα υψηλή: ενδεχόμενη νέα ανάφλεξη των πολεμικών συγκρούσεων θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετες ανατιμήσεις.
Η επιβράδυνση του πληθωρισμού σημαίνει ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται, με ηπιότερο ρυθμό, διατηρώντας την πίεση στην αγοραστική δύναμη.
Χαμηλότερες ταχύτητες για την κατανάλωση
Η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει κινητήριος μοχλός της οικονομίας, αλλά η δυναμική της περιορίζεται. Το ΙΟΒΕ προβλέπει αύξηση 1,4% το 2026 και 1,5% το 2027, καθώς το ενεργειακό κόστος και ο επίμονος πληθωρισμός απορροφούν μέρος της ενίσχυσης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Η εικόνα αυτή συνυπάρχει με τη βελτίωση της αγοράς εργασίας και την ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας. Στο δεύτερο τρίμηνο, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 2% στο πρώτο τρίμηνο, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 1,7%.
Το ζητούμενο για τους επόμενους μήνες είναι κατά πόσο η απασχόληση και τα εισοδήματα μπορούν να συνεχίσουν να στηρίζουν τη ζήτηση, υπό την πίεση των αυξημένων τιμών.
Το επενδυτικό φρένο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Ιδιαίτερο βάρος έχει η προειδοποίηση για την επόμενη ημέρα των επενδύσεων. Φέτος εξακολουθούν να στηρίζονται από την τελική φάση του Ταμείου Ανάκαμψης, την πιστωτική επέκταση, τις εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και το ενισχυμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.
Το 2027, όμως, η ολοκλήρωση του Ταμείου αλλάζει τις συνθήκες. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, παρά τη γενναία αναθεώρησή του, το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων θα αντισταθμίσει μόνο εν μέρει τη λήξη του ΤΑΑ.
Έτσι, η αύξηση των παγίων επενδύσεων αναμένεται να επιβραδυνθεί από 6,5% φέτος σε 4% το 2027. Η εξέλιξη αναδεικνύει τη σημασία της ενίσχυσης της επενδυτικής βάσης και της παραγωγικότητας, ώστε να διατηρηθεί η ανάπτυξη μετά την ολοκλήρωση της έκτακτης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης.
Οι κίνδυνοι που μπορούν να επιβαρύνουν την εικόνα
Το ΙΟΒΕ διατηρεί ως θετικά στοιχεία την ανάπτυξη ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, τη βελτίωση της αγοράς εργασίας, τη δημοσιονομική συνέπεια και την ανθεκτικότητα του τουρισμού.
Εντοπίζει, όμως, σημαντικούς καθοδικούς κινδύνους: κλιμάκωση των διεθνών εντάσεων, δημοσιονομική και πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη, συστηματικά υψηλότερο πληθωρισμό στην Ελλάδα σε σχέση με την Ευρωζώνη, καθυστερήσεις στην απορρόφηση επενδυτικών πόρων και ενδεχόμενη επιβράδυνση των μεταρρυθμίσεων στην προεκλογική περίοδο.
Παράλληλα, ο εξωτερικός τομέας αναμένεται να έχει αρνητική συμβολή στην ανάπτυξη το 2026, καθώς οι εισαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές. Η υψηλή εξάρτηση των επενδύσεων από εισαγόμενα αγαθά διατηρεί την πίεση στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Βέττας: Στοχευμένη στήριξη απέναντι στον πληθωρισμό
Κατά την παρουσίαση, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, επισήμανε ότι οι θετικές τάσεις επιβεβαιώνονται σε ένα περιβάλλον όπου η αβεβαιότητα παρατείνεται και εντείνεται. Ξεχώρισε τρεις διεθνείς προκλήσεις: το αυξανόμενο και ευμετάβλητο ενεργειακό κόστος, την ακριβότερη χρηματοδότηση και τη δημοσιονομική στενότητα μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών.
Για τη στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στην ακρίβεια, τόνισε τη σημασία της επιλογής των κατάλληλων μέτρων. Όπως υπογράμμισε, οι άμεσες και στοχευμένες μεταβιβάσεις είναι συχνά αποτελεσματικότερες από τις επιδοτήσεις στην τελική τιμή, οι οποίες υποβαθμίζουν τη λειτουργία του μηχανισμού των τιμών.
Για την Ελλάδα, το Ίδρυμα θέτει ως προτεραιότητα τις μεταρρυθμίσεις με μακροχρόνιο ορίζοντα, που ενισχύουν την παραγωγικότητα και συνδέουν την οικονομία με παραγωγή υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.





































