Την περασμένη Τετάρτη έγινε μια πολύ μεγάλη μαθητική και φοιτητική κινητοποίηση στην Αθήνα, όπως και σε δεκάδες άλλες πόλεις της Ελλάδας. Για όποιον παρακολουθεί τα κινήματα της νεολαίας σε βάθος χρόνου – και άρα έχει μέτρο σύγκρισης – η κινητοποίηση ήταν ιδιαίτερα μαζική για τόσο νωρίς μέσα στη σχολική και ακαδημαϊκή χρονιά. Είχε εντυπωσιακή παρουσία φοιτητών αλλά και αρκετούς μαθητές. Και όλα αυτά χωρίς να υπάρχει κάποιος από τους συνήθεις «πυροκροτητές» κινημάτων στην εκπαίδευση, δηλαδή ένα νέο νομοσχέδιο, αλλά τα αιτήματα αφορούσαν πρωτίστως την υποχρηματοδότηση, τις ελλείψεις προσωπικού και το ολοένα και μεγαλύτερο πρόβλημα με τη φοιτητική στέγη. Μένει να δούμε πώς θα εξελιχθεί τις επόμενες εβδομάδες αυτή η κινητοποίηση.
Εάν μάλιστα τη συγκρίνουμε με άλλες κοινωνικές κατηγορίες, θα διαπιστώσουμε ότι ήταν η μαζικότερη κινητοποίηση γύρω από κοινωνικά ζητήματα και διεκδικήσεις από τις περσινές μεγάλες αγροτικές κινητοποιήσεις.
Και εύλογα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι επειδή οι λόγοι που οδήγησαν φοιτητές, μαθητές και εκπαιδευτικούς στο δρόμο παραμένουν ακόμη ενεργοί, καθώς ούτε τα προβλήματα με την κατάσταση των σχολείων έχουν λυθεί, ούτε λύση στο ζήτημα της φοιτητικές στέγης φαίνεται να δίνεται, αντιθέτως βαθαίνει συνολικά η στεγαστική κρίση στη χώρα, ούτε καλύπτονται οι επιπλέον ανάγκες στο προσωπικό, άρα θα έχουμε και νέες κινητοποιήσεις. Ο κόσμος της εκπαίδευσης εξακολουθεί να έχει πολλούς λόγους να είναι οργισμένος.
Υπό κανονικές συνθήκες η δημόσια συζήτηση θα έπρεπε να κυριαρχείται από το πώς θα μπορέσουμε να απαντήσουμε στις ανοιχτές πληγές και τα επείγοντα αιτήματα που έρχονται από τον κόσμο της εκπαίδευσης. Αντιθέτως, τόσο πριν όσο και μετά την κινητοποίηση καμία έμφαση δεν δόθηκε ούτε από την κυβέρνηση ούτε από το φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα στα προβλήματα της εκπαίδευσης.
Αυτό στο οποίο επέμειναν ήταν το «εάν θα γίνουμε Γαλλία». Γι’ αυτό και περίσσεψε η τρομολαγνεία τις ημέρες που προηγήθηκαν της κινητοποίησης και γι’ αυτό επίσης όταν έγινε η κινητοποίηση το μόνο που είχαν να πουν διάφοροι ήταν ότι «τελικά δεν γίναμε Γαλλία», ενίοτε μάλιστα το απεύθυναν και πολεμικά απέναντι σε όρους στήριξαν τις κινητοποιήσεις, λέγοντάς τους «αποτύχατε να κάνετε μπάχαλα», παρότι βεβαίως κανένας φοιτητικός σύλλογος ούτε κάποια από τις δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις είχε μιλήσει για «μπάχαλα», αλλά καλούσαν σε μια μαζική ειρηνική διαδήλωση, όπως ακριβώς έγινε.
Μάλιστα, σύντομα ενεργοποιήθηκε και αυτό που στη δημοσιογραφική ορολογία ονομάζουμε «ρουλεμάν», δηλαδή μια πανομοιότυπη κατευθυνόμενη «ενημέρωση», που υποστήριζε ότι «δεν ήταν μαζικές οι κινητοποιήσεις», «ελάχιστοι κατέβηκαν», «ήταν απλώς οι αριστεροί μεταξύ τους».
Φυσικά, όποια και όποιος ήταν στην κινητοποίηση ή έστω ενημερωνόταν από Μέσα όπως το in, που οι φωτορεπόρτερ του ήταν στην πορεία, θα διαπίστωσε αυτό που είπα και στην αρχή: ότι ήταν μια εντυπωσιακή μαζική και διεκδικητική κινητοποίηση.
Και αυτό το γεγονός το γνωρίζουν πολύ καλά όλοι οι δημοσιολογούντες που επαναλαμβάνουν την «καραμέλα» για την «άμαζη κινητοποίηση». Όμως, δεν το αναγνωρίζουν γιατί είναι έξω όχι απλώς από τις πολιτικές προσλαμβάνουσές τους, αλλά και από τον ίδιο τον διανοητικό τους ορίζοντα.
Γιατί σήμερα μια ολόκληρη πολιτική τάξη και ένα ολόκληρο μηντιακό σύστημα στελεχώνεται από ανθρώπους που η αντίληψή τους για την πολιτική δεν περιλαμβάνει τις μαζικές κοινωνικές διεκδικήσεις και κινητοποιήσεις ως τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία διατυπώνει τις αξιώσεις της απέναντι στην πολιτική εξουσία. Για όλους αυτούς ή αποδέχεσαι πλήρως την κυρίαρχη πολιτική και θεωρείς ότι «ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο» ή είσαι οπαδός του «χάους» ή νοσταλγός «των περιπετειών» της περασμένης δεκαετίας και σε κάθε περίπτωση δεν μπορείς να μιλάς για τη διακυβέρνηση.
Όμως, το ζήτημα δεν είναι εάν όλοι αυτοί αντιμετωπίζουν με αυτό τον απαξιωτικό τρόπο περίπου το σύνολο της αντιπολίτευσης. Είναι ότι εθελοτυφλούν και απέναντι στην κοινωνία.
Στην πραγματικότητα πιστεύουν το αφήγημα που οι ίδιοι κατασκεύασαν, σύμφωνα με το οποίο το 2019 η ελληνική κοινωνία ήρθε στα συγκαλά της μετά από μια δεκαετία πολιτικής παράκρουσης, βρήκε τον ηγέτη που της άξιζε στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και έκτοτε το νερό μπήκε στο αυλάκι. Υπάρχουν βέβαια οι «σειρήνες του λαϊκισμού», που παίρνουν κατά καιρούς διάφορες μορφές, αλλά στο τέλος αποτυγχάνουν, γιατί δεν υπάρχει καμία άλλη εφικτή πρόταση διακυβέρνησης της χώρας από αυτή που προτείνει και κάνει πράξη η Νέα Δημοκρατία.
Όταν κανείς σκέφτεται έτσι, τότε προφανώς και θα κάνει ότι δεν υπάρχουν οι χιλιάδες μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικοί που κατέβηκαν στους δρόμους σε όλη την Ελλάδα, δεν υπάρχουν οι δημοσκοπήσεις που καταγράφουν συντριπτική αποδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής, δεν υπάρχει η οργή για την ακρίβεια, δεν υπάρχει καν το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να καταγράψει στην πρόθεση ψήφου πάνω από 25%.
Μόνο που έτσι είναι σαν να ξεχνούν ότι υπάρχει η κοινωνία. Και αυτή σήμερα έχει δυσαρέσκεια, οργή και πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις για μια ριζική αλλαγή πολιτικής: για περισσότερη δημοκρατία και δικαιοσύνη, για στήριξη του κοινωνικού κράτους και της δημόσιας υγείας και παιδείας, για αντιμετώπιση του τεράστιου προβλήματος της κρίσης κόστους ζωής και της στεγαστικής κρίσης.
Και η κοινωνία στις κάλπες δεν θα πάει με τα αφηγήματα που επίμονα αναπαράγουν όσοι προσκολλώνται στη σημερινή εκδοχή διακυβέρνησης, αλλά με τις ανάγκες, τις αγωνίες, τις αξιώσεις, τις διεκδικήσεις της. Και αυτοί που ειρωνεύονται και «κονταίνουν» σήμερα τις αντιδράσεις της, θα διαπιστώσουν πόσο εύκολα μπορούν να παραμεριστούν.
Πηγή: in.gr

















![Ενοίκια: Τι ακίνητα προτιμούν οι Ελληνες – Μικρά και 20ετίας [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/ot_enoikia-1024x682-1.png)




















