Καθώς ο Σι Τζινπίνγκ προετοιμάζεται για μια τέταρτη θητεία στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας το επόμενο έτος, η εκστρατεία κατά της διαφθοράς εντείνεται, επεκτεινόμενη σε ολοένα υψηλότερα κλιμάκια της πολιτικής και στρατιωτικής ιεραρχίας.
Ακόμη και κορυφαίοι αξιωματούχοι βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με το διαβόητο σύστημα εσωτερικών ερευνών του Πεκίνου, σε μια επιχείρηση «αυτοκάθαρσης» που διαρκεί περισσότερο από μία δεκαετία και επηρεάζει την κατανομή της εξουσίας, την οικονομία και τις ένοπλες δυνάμεις.
Χαρακτηριστική ήταν η εικόνα στην πέμπτη ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής, του ανώτατου συλλογικού οργάνου ηγεσίας του κόμματος, την περασμένη εβδομάδα.
Περίπου το ένα τέταρτο των μελών της απουσίαζε, κυρίως εξαιτίας των εκκαθαρίσεων, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη απώλεια συμμετοχής από την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο Τσετούνγκ.
Το μήνυμα της ηγεσίας ήταν σαφές: τα στελέχη καλούνται να επιδείξουν απόλυτη υποταγή, διαφορετικά κινδυνεύουν με διαγραφή από το κόμμα. Σύμφωνα με την τελική ανακοίνωση, από την ανάληψη της ηγεσίας από τον Σι το 2012, το κόμμα έχει «στρέψει τη λεπίδα προς τα μέσα», εξαλείφοντας «σοβαρούς κρυφούς κινδύνους» στο εσωτερικό του κράτους και του στρατού.
«Πρέπει πλέον να διατηρήσουμε την πίεση σε υψηλά επίπεδα», υπογραμμίστηκε.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους Financial Times, oι αναλυτές προειδοποιούν, ότι οι συνεχείς εκκαθαρίσεις μπορεί να οδηγήσουν σε διοικητική παράλυση.
Φοβούμενοι τις διώξεις, οι αξιωματούχοι ενδέχεται να αποφεύγουν τη λήψη αποφάσεων ή να μεταφέρουν στην ηγεσία μόνο θετικές ειδήσεις, γεγονός που μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
Ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα αυξημένος σε μια περίοδο κατά την οποία η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει ασθενή ζήτηση και αποπληθωριστικές πιέσεις, απαιτώντας ευέλικτες πολιτικές.
«Το κόμμα λειτουργούσε ήδη μέσα σε έναν κλειστό κύκλο αλληλοεπιβεβαίωσης», σημειώνει ο Στιβ Τσανγκ, διευθυντής του Ινστιτούτου Κίνας στο Πανεπιστήμιο SOAS του Λονδίνου. Κατά την εκτίμησή του, ο έλεγχος του Σι θα ενισχυθεί περαιτέρω. «Η ολομέλεια αφορά ουσιαστικά την αφοσίωση, την πειθαρχία και τον έλεγχο».
Εκατομμύρια στελέχη στο στόχαστρο
Όταν ο Σι ανέλαβε την ηγεσία πριν από 14 χρόνια, έθεσε ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση της διαφθοράς και την ενίσχυση της πολιτικής νομιμοποίησης του κόμματος. Η Κεντρική Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου (CCDI), το εσωτερικό ελεγκτικό όργανο, παρουσιάζει την εκστρατεία ως «συντριπτική νίκη». Ο αναπληρωτής γραμματέας της, Ζανγκ Φουχάι, έκανε λόγο για εξάλειψη των «ιών» που διαβρώνουν τον οργανισμό του κόμματος.
Τα αντικειμενικά στοιχεία, ωστόσο, δεν καταγράφουν αντίστοιχα θεαματική βελτίωση. Η βαθμολογία της Κίνας στον Δείκτη Αντίληψης της Διαφθοράς της Transparency International αυξήθηκε από 39 μονάδες το 2012 σε 43 το 2025, έναντι παγκόσμιου μέσου όρου 42. Βαθμολογίες κάτω από τις 50 μονάδες υποδηλώνουν σοβαρά προβλήματα διαφθοράς.
Το Πεκίνο αξιολογεί την εκστρατεία κυρίως με βάση τον αριθμό των αξιωματούχων που τιμωρούνται.
Σύμφωνα με τον Μινξίν Πέι, καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Κολέγιο Claremont McKenna, περίπου 7,2 εκατομμύρια μέλη του κόμματος έχουν υποστεί πολιτικές, διοικητικές ή δικαστικές κυρώσεις. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται τουλάχιστον 632 υψηλόβαθμα στελέχη, οι αποκαλούμενες «τίγρεις».
Κατά τη διάρκεια 11 από τα 13 χρόνια διακυβέρνησης του Σι για τα οποία υπάρχουν στοιχεία, περίπου 628.000 κομματικά στελέχη παραπέμφθηκαν σε ποινική δίωξη και, κατά πάσα πιθανότητα, καταδικάστηκαν. Στην Κίνα, λιγότερο από το 1% των ποινικών διώξεων καταλήγει σε αθώωση. Οι καταδικασθέντες αποτελούν σημαντικό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των φυλακών, ο οποίος ανερχόταν σε 1,69 εκατομμύρια το 2024.
Η αύξηση των κυρώσεων είναι εντυπωσιακή. Επί Χου Τζιντάο επιβάλλονταν κατά μέσο όρο πειθαρχικές κυρώσεις σε 145.800 στελέχη ετησίως και περίπου 5.460 οδηγούνταν στη δικαιοσύνη. Κατά την τρίτη θητεία του Σι, που άρχισε το 2023, οι πειθαρχικές κυρώσεις ξεπερνούν τις 800.000 ετησίως, ενώ το 2025 καταγράφηκε ρεκόρ 983.000 περιπτώσεων. Οι ποινικές διώξεις έχουν αυξηθεί περίπου 14 φορές, φτάνοντας τις 75.000 ετησίως.
Για τον Πέι, η εντατικοποίηση της εκστρατείας, έναν χρόνο πριν από το επόμενο συνέδριο του κόμματος, αποτελεί προειδοποίηση προς όλα τα στελέχη ενόψει της προσπάθειας του Σι να εξασφαλίσει τέταρτη πενταετή θητεία.
Εκκαθαρίσεις στην κορυφή και στον στρατό
Στην ανακοίνωση μετά την ολομέλεια επιβεβαιώθηκε η διαγραφή 33 αξιωματούχων, 17 πολιτικών και 16 στρατιωτικών, από τους οποίους όλοι ήταν τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής.
Ανάμεσά τους βρίσκεται ο Ζανγκ Γιουξία, πρώην αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής και ανώτατος υπεύθυνος για τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό μετά τον Σι. Κατηγορήθηκε για απιστία και δημιουργία «κλικών και φατριών» και διαγράφηκε από το κόμμα και τις ένοπλες δυνάμεις.
Διαγράφηκαν επίσης ο Μα Σινγκρούι, πρώην επικεφαλής του κόμματος στη Σιντζιάνγκ, ο πρώην υπουργός Τεχνολογίας Τζιν Τζουανγκλόνγκ και ο Λιου Τζιαντσάο, πρώην ανώτατος διπλωμάτης και υποψήφιος για τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, με συχνές επαφές με ξένους αξιωματούχους και επιχειρηματίες.
Την ίδια ώρα, ο Ζανγκ Σενγκμίν, αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, προήχθη στο Πολιτικό Γραφείο. Είναι πλέον το μοναδικό μέλος του οργάνου που προέρχεται από τις ένοπλες δυνάμεις και έχει αναλάβει την ηγεσία των εκκαθαρίσεων στον στρατό.
Η επιλογή αυτή αναδεικνύει την προτεραιότητα που δίνει ο Σι στην πολιτική αφοσίωση, ενδεχομένως εις βάρος της στρατιωτικής εμπειρίας, εκτιμά ο Τσανγκ. Ο Ζανγκ Γιουξία, που συμμετείχε στον πόλεμο της Κίνας με το Βιετνάμ το 1979, ήταν ένας από τους ελάχιστους ανώτερους αξιωματικούς με πραγματική πολεμική εμπειρία.
Οι εκκαθαρίσεις μπορεί βραχυπρόθεσμα να υπονομεύσουν την επιχειρησιακή ικανότητα του στρατού, ακόμη και για μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση όπως μια ενδεχόμενη εισβολή στην Ταϊβάν. Ο Φίλιπ Σ. Σόντερς της Εθνικής Αμυντικής Πανεπιστημιακής Σχολής των ΗΠΑ εκτιμά, ωστόσο, ότι μεσοπρόθεσμα οι αλλαγές θα μπορούσαν να ενισχύσουν τις δυνατότητές του, εφόσον νεότεροι και καλύτερα εκπαιδευμένοι αξιωματικοί αναλάβουν ανώτερες θέσεις.
Η δυσπιστία απέναντι στα στελέχη και τα έργα – βιτρίνα
Παρά τον ενισχυμένο έλεγχό του, ο Σι εξακολουθεί να εκφράζει δυσαρέσκεια για την εφαρμογή των πολιτικών του. Σε ομιλία του τον Ιανουάριο, ενώπιον της CCDI, προειδοποίησε για τους «διπρόσωπους» αξιωματούχους: όσους δηλώνουν αφοσιωμένοι στην ηγεσία, αλλά αντιστέκονται στις εντολές της στην πράξη.
Σε αποσπάσματα της ομιλίας που δημοσιεύθηκαν στο επίσημο περιοδικό Qiushi (το επίσημο ιδεολογικό περιοδικό του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας), ο Σι περιέγραψε έξι μορφές διπροσωπίας:
- Στελέχη που υπονομεύουν τις αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής
- Όσους υιοθετούν την επίσημη ιδεολογία μόνο όταν τους εξυπηρετεί
- Όσους προωθούν συμφέροντα φατριών
- Εκείνους που επιδιώκουν αποκλειστικά προσωπικά οφέλη
- Όσους αλλάζουν στάση ανάλογα με τους πολιτικούς συσχετισμούς και
- Όσους αδιαφορούν για τις ευθύνες τους.
Χαρακτήρισε αυτές τις συμπεριφορές επιζήμιες για το κόμμα και ζήτησε την εξάλειψή τους.
Ο Αλεξάντερ Ντέιβι του Ινστιτούτου Μελετών για την Κίνα Μερκατόρ (MERICS) επισημαίνει ότι οι δυνατότητες αντιμετώπισης τέτοιων προβλημάτων είναι περιορισμένες σε ένα σύστημα χωρίς ανεξάρτητους μηχανισμούς λογοδοσίας.
Παράλληλα, ο Σι επιχειρεί να αλλάξει το σύστημα αξιολόγησης των στελεχών, ώστε να μην επιβραβεύονται μόνο για την αύξηση του ΑΕΠ, αλλά και για τη βιώσιμη ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και την ενίσχυση του κόμματος.
Ωστόσο, η κρίση στην αγορά ακινήτων έχει στερήσει από τις τοπικές κυβερνήσεις βασικά έσοδα, κυρίως από τις πωλήσεις γης. Έτσι, οι αξιωματούχοι καλούνται να πετύχουν περισσότερους στόχους με λιγότερους οικονομικούς και διοικητικούς πόρους, όπως επισημαίνει ο ακαδημαϊκός Ζουοραν Λι σε μελέτη του για την Asia Society.
Η πίεση για επίδειξη αποτελεσμάτων οδηγεί ορισμένους σε έργα-βιτρίνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι μια μικρή κομητεία στην πόλη Λινγί, στην επαρχία Σαντόνγκ, η οποία διέθεσε πάνω από 700 εκατ. γουάν (105 εκατ. δολάρια) για μια δημόσια εκπαιδευτική βάση αγροτικής κατάρτισης. Το έργο υποτίθεται ότι θα εκπαίδευε 17.000 άτομα ετησίως και θα φιλοξενούσε έως 1.000 συνέδρους.
Όταν δημοσιογράφοι επισκέφθηκαν τις εγκαταστάσεις τον Απρίλιο, βρήκαν αμφιθέατρο, ξενοδοχείο, διαμερίσματα, κήπους, γυμναστήριο και αίθουσες για σκάκι και παιχνίδια με τράπουλα, αλλά καμία εγκατάσταση σχετική με τη γεωργία. Η μόνη σύνδεση με τον αγροτικό τομέα ήταν μια μικρή πινακίδα.
Τον Αύγουστο, το κομματικό περιοδικό Dang Jian επέκρινε ανάλογα έργα, καταγγέλλοντας αξιωματούχους που επιδιώκουν να ικανοποιήσουν τους ανωτέρους τους, αφήνοντας άλυτα τα πραγματικά προβλήματα.
Η «αυτοκάθαρση» και οι κίνδυνοι για την οικονομία
Ο Σι δεν δείχνει διατεθειμένος να χαλαρώσει την εκστρατεία. Σε άρθρο του στην People’s Daily αναφέρθηκε σε ομιλία του Μάο το 1945, όταν εκείνος είχε προτείνει τη δυνατότητα εποπτείας του κόμματος από τον λαό, ώστε να αποτραπεί η δημιουργία κληρονομικής εξουσίας.
Ο Σι υποστήριξε ότι η δική του ηγεσία προσέθεσε μια δεύτερη απάντηση: την «αυτοεπανάσταση», δηλαδή την αυτοεποπτεία του κόμματος για τη διατήρηση της «καθαρότητας» και την ανανέωσή του.
Αναλυτές προειδοποιούν, ωστόσο, ότι η πολιτική μηδενικής ανοχής μπορεί να ενθαρρύνει τις αλληλοκαταγγελίες. Σύμφωνα με τον Βίκτορ Σι, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο, αξιωματούχοι που ανταγωνίζονται για υψηλότερες θέσεις ενδέχεται να καταγγέλλουν τους αντιπάλους τους για να τους εξοντώσουν πολιτικά.
Παράλληλα, οι νέες θεσμικές παρεμβάσεις για την απομάκρυνση απείθαρχων στελεχών επαναλαμβάνουν μέτρα που είχαν ήδη ληφθεί πριν από πέντε χρόνια, χωρίς να έχουν ανακόψει τις υποθέσεις διαφθοράς.
Ο κίνδυνος διοικητικής παράλυσης είναι πλέον ορατός. Οι αξιωματούχοι μπορεί να αποφεύγουν φιλόδοξα έργα, φοβούμενοι ότι η εμπλοκή εργολάβων και η διακίνηση μεγάλων ποσών θα τους εκθέσουν σε κατηγορίες. «Πιστεύω ότι πολλοί αξιωματούχοι δεν κάνουν πλέον σχεδόν τίποτα», σημειώνει ο Βίκτορ Σι.
Η Σιένα Γιου, ανώτερη οικονομολόγος της Oxford Economics, προειδοποιεί ότι η έμφαση στην πολιτική συμμόρφωση μπορεί να περιορίσει την ανάληψη πρωτοβουλιών και τον πειραματισμό, επιβραδύνοντας την υλοποίηση έργων και μειώνοντας την αποτελεσματικότητα των μέτρων δημοσιονομικής τόνωσης.
Παράλληλα, ενισχύεται ο κίνδυνος η ανώτατη ηγεσία να λαμβάνει μόνο τις πληροφορίες που επιθυμεί. Ο Σι απορρίπτει ότι η εκστρατεία βλάπτει την οικονομία, υποστηρίζοντας πως η καταπολέμηση της διαφθοράς εξασφαλίζει θεμιτό ανταγωνισμό και ενισχύει την επιχειρηματικότητα. Ωστόσο, ο Μινξίν Πέι επισημαίνει ότι ο κλειστός χαρακτήρας του πολιτικού συστήματος καθιστά δύσκολο να διαπιστωθεί εάν η ηγεσία ενημερώνεται αξιόπιστα.
Ως ενδείξεις πιθανών αστοχιών αναφέρονται η υπερβολικά παρατεταμένη διατήρηση των περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας το 2022 και η απροθυμία του κόμματος να λάβει αποφασιστικά μέτρα για την τόνωση της εγχώριας ζήτησης. Αντίθετα, το Πεκίνο έχει αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε στρατηγικούς τομείς, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η καθαρή ενέργεια, χάρη στη βιομηχανική πολιτική και τις τεχνολογικές επενδύσεις.
Ο Στιβ Τσανγκ εκτιμά ότι η μονιμοποίηση της εκστρατείας θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη πολιτικοποίηση της λήψης αποφάσεων. Καθώς οι τεχνοκράτες καλούνται να λειτουργούν περισσότερο ως κομματικοί γραφειοκράτες, η πειθαρχία που επιβάλλει ο Σι ενδέχεται μακροπρόθεσμα να αποβεί εις βάρος της οικονομίας.
Για τον Κρίστοφερ Νάι, συνεργαζόμενο ερευνητή του Ιδρύματος Jamestown, βασικός στόχος της εκστρατείας είναι η εξασφάλιση απόλυτης αφοσίωσης στο κόμμα και στον ίδιο τον Σι, ο οποίος βρίσκεται στον «πυρήνα» της εξουσίας. Επομένως, δεν αναμένεται χαλάρωση της πίεσης.
«Η θεραπεία που εφαρμόζει εδώ και μία δεκαετία δεν έχει αποδώσει, ενώ αποδείχθηκε ότι ακόμη και άνθρωποι του στενού του περιβάλλοντος ήταν διεφθαρμένοι. Η απάντησή του είναι να αυξήσει τη δόση», καταλήγει ο Νάι.
































