Οι σχέσεις των μεγαλύτερων οικονομικών στον κόσμο, ΗΠΑ – Κίνας, είναι από τα ζητήματα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος όσον αφορά το πόσο και με ποιον τρόπο μπορούν να επηρεαστούν από το νέο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται μετά την ήττα των ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, οι περισσότεροι από τους Δημοκρατικούς που επικράτησαν στην εκλογική αναμέτρηση εξασφαλίζοντας την πλειοψηφία τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία, κερδίζοντας κυβερνητικές θέσεις σε πολιτείες όπως το Τέξας, η Νεβάδα και η Αϊόβα, δεν θα αναλάβουν τα καθήκοντά τους πριν από τον Ιανουάριο.
Μέχρι τότε, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ αναμένεται να διατηρήσουν την εύθραυστη εκεχειρία τους, με δύο συναντήσεις ήδη προγραμματισμένες, μία στη Σενζέν αυτόν τον μήνα και μία στο Μαϊάμι της Φλόριντα τον επόμενο μήνα.
«Ως πρόεδρος που βρίσκεται πλέον στην τελευταία περίοδο της θητείας του και επικεντρώνεται ολοένα περισσότερο στην προσωπική του υστεροφημία παρά στην εκλογική επιτυχία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο Τραμπ ενδέχεται να αντισταθεί στις αυξανόμενες πιέσεις για αντιπαράθεση με την Κίνα και να συνεχίσει να επιδιώκει τη “στρατηγική σταθερότητα”», δήλωσε στο CNBC ο Γκάμπριελ Γουάιλντο, διευθύνων σύμβουλος της Teneo.
Ψηλά στην ατζέντα των Δημοκρατικών βρίσκεται η κατάργηση των δασμών του Τραμπ, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας αντιμετώπισης του εγχώριου πληθωρισμού, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το αμερικανικό ειδησεογραφικό δίκτυο.
«Συνολικά, ως αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών, οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να ωθήσουν την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Κίνα προς μια πιο σκληρή κατεύθυνση, μέσω ακροάσεων και νομοθετικών πρωτοβουλιών, ιδιαίτερα σε ζητήματα οικονομικής ασφάλειας και Ταϊβάν», δήλωσε ο Σκοτ Κένεντι, ανώτερος σύμβουλος και πρόεδρος του τμήματος κινεζικών επιχειρήσεων και οικονομίας στο Center for Strategic and International Studies (CSIS). Ωστόσο, πρόσθεσε ότι οποιεσδήποτε τέτοιες προσπάθειες «θα περιορίζονται από τα ευρεία περιθώρια ελιγμών της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς και από την αυξανόμενη ισχύ και επιρροή της Κίνας, παράγοντες οι οποίοι δεν μπορούν εύκολα να ανατραπούν», πρόσθεσε.
Ταϊβάν
«Η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο ζήτημα στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και, κατά την άποψή μου, το πεδίο στο οποίο ένα Δημοκρατικό Κογκρέσο είναι πιθανότερο να αμφισβητήσει το Πεκίνο», έγραψε ο Τζορτζ Τσεν, εταίρος και εκ των προέδρων του τομέα ψηφιακής στρατηγικής της συμβουλευτικής εταιρείας The Asia Group.
Η επίσκεψη της Νάνσι Πελόζι στην Ταϊβάν το 2022, όταν ήταν πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, είχε προκαλέσει την οργή του Πεκίνου, το οποίο θεωρεί το δημοκρατικά αυτοδιοικούμενο νησί τμήμα της επικράτειάς του.
Οι ΗΠΑ διατηρούν ανεπίσημες σχέσεις με την Ταϊβάν στο πλαίσιο της πολιτικής της «Μίας Κίνας».
Ο επικεφαλής της μειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Χακίμ Τζέφρις (Δημοκρατικός από τη Νέα Υόρκη), ο οποίος αναμένεται να γίνει ο πρώτος μαύρος πρόεδρος της Βουλής στην ιστορία των ΗΠΑ, συναντήθηκε το 2023 στη Νέα Υόρκη με την Τσάι Ινγκ-γουέν, η οποία τότε ήταν πρόεδρος της Ταϊβάν.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Πεκίνο τον Μάιο, ο Σι προειδοποίησε ότι ένας λανθασμένος χειρισμός του ζητήματος της Ταϊβάν θα έθετε τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας σε «μεγάλο κίνδυνο».
Η διατήρηση της σταθερότητας γύρω από την Ταϊβάν έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία στον αγώνα για την κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς το νησί φιλοξενεί τον τεχνολογικό κολοσσό κατασκευής ημιαγωγών TSMC, ο οποίος παράγει πολλά από τα τσιπ της Nvidia.
Τα τελευταία χρόνια, η αμερικανική κυβέρνηση έχει αυστηροποιήσει τους περιορισμούς στη δυνατότητα των κινεζικών εταιρειών να αγοράζουν προηγμένα τσιπ της Nvidia, ενισχύοντας τις προσπάθειες του Πεκίνου να αναπτύξει δική του αντίστοιχη τεχνολογία.
Τεχνολογικός ανταγωνισμός
Οι αμερικανικές μετοχές σημείωσαν ισχυρή άνοδο την Τετάρτη, από τη στιγμή που ο Τραμπ αποδέχθηκε τις εκλογικές νίκες των Δημοκρατικών, ενώ οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν προσδοκώντας ότι η Ουάσιγκτον θα εντείνει τις προσπάθειές της για τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Τζορτζ Τσεν, «στην Ουάσιγκτον διαμορφώνεται μια ευρύτερη συναίνεση ότι το τεχνολογικό προβάδισμα της Αμερικής δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την ενίσχυση των στρατιωτικών ή στρατηγικών δυνατοτήτων της Κίνας».
Όπως σημείωσε, ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών ενδέχεται να έχει ακόμη ισχυρότερο κίνητρο να υιοθετήσει πιο επιθετική στάση. «Ως αποτέλεσμα, το Πεκίνο ενδέχεται να διαπιστώσει ότι η τεχνολογία θα αποτελεί ολοένα και μεγαλύτερη πηγή τριβών, ακόμη και αν ο Τραμπ και ο Σι συνεχίσουν να διατηρούν σχετικά φιλικές διπλωματικές σχέσεις στις συνόδους κορυφής», πρόσθεσε.
Οι προοπτικές του τεχνολογικού τομέα εξαρτώνται τελικά από ευρύτερα ερωτήματα σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη.
Οι κινεζικές τεχνολογικές μετοχές σημείωσαν άνοδο την Πέμπτη, επεκτείνοντας την πρόσφατη ανάκαμψή τους μετά από μια απότομη πτώση τον προηγούμενο μήνα.
Η τελευταία ρυθμιστική παρέμβαση του Πεκίνου έχει συμβάλει στη στήριξη της αγοράς, δήλωσε η Λιτσιάν Ρεν της WisdomTree. Ωστόσο, επισήμανε ότι η πορεία των κινεζικών τεχνολογικών μετοχών συνδέεται τελικά περισσότερο με το κλίμα των διεθνών επενδυτών απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. «Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με το πόσα πραγματικά μπορεί να προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Κίνα», κατέληξε.































