Η δημόσια συζήτηση με επίκεντρο το “επιτελικό κράτος” και τον ρόλο των εξωκοινοβουλευτικών υπουργών και των εκλεγμένων βουλευτών ενδεχομένως συγκαλύπτει ορισμένα μείζονος σημασίας ζητήματα για την λειτουργικότητα του πολιτικού συστήματος.
Στην πραγματικότητα χρειαζόμαστε αποδοτικότερη κυβέρνηση (γιατί ήταν αρκετά διδακτικός ο οικονομικός εκτροχιασμός) ταυτόχρονα με την ενίσχυση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης (γιατί εξακολουθεί να είναι χαμηλή η εμπιστοσύνη στους πολιτικούς θεσμούς και υψηλή η αποχή).
Η ισορροπία του πολιτικού συστήματος δεν εξαρτάται από τα πρόσωπα, αλλά προκύπτει από την εκπλήρωση δύο βασικών σκοπών: της βιωσιμότητας του κράτους και της ανθεκτικότητας της δημοκρατίας.
Από το 2015 φαίνεται ότι η αποτροπή μιας νέας χρεοκοπίας έχει παγιωθεί ως βασικότερος κυβερνητικός στόχος, και υποστηρίζεται από ικανό μέρος του πολιτικού προσωπικού και του εκλογικού σώματος. Ωστόσο, η αποκατάσταση της οικονομικής σταθερότητας και η πρόοδος σε βασικούς οικονομικούς δείκτες, πρέπει να συνοδευτεί και από ουσιαστική βελτίωση της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και των διαχρονικών κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων.
Η βασικότερη διαπίστωση της μελέτης του ΟΟΣΑ (2011) για την ελληνική κρίση ήταν η απουσία ενός ισχυρού κέντρου διακυβέρνησης, το οποίο εν μέρει θεραπεύτηκε από την σύσταση αρχικώς της ΓΓ συντονισμού και αργότερα την ενίσχυση της Προεδρίας της Κυβέρνησης με τις επιτελικές αρμοδιότητες, αλλά και την εδραίωση του νέου παραδείγματος εφαρμογής και παρακολούθησης του κυβερνητικού έργου ως απόρροια των “μνημονιακών” μέτρων αιρεσιμότητας.
Η λύση του προβλήματος, λοιπόν, δεν είναι η κατάργηση των θετικών στοιχείων για την οργάνωση της κυβέρνησης που υποστηρίχθηκαν από τα κόμματα που συμμετείχαν σε κυβερνητικά σχήματα από το 2013 έως σήμερα.
Αλλά, η έγκαιρη διαπίστωση των “τυφλών” σημείων στις λειτουργίες του κράτους (π.χ. σιδηρόδρομοι, ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές) και τα σοβαρά προβλήματα που προέκυψαν λόγω της ακούσιας ή εμπρόθετης ολιγωρίας για την έγκαιρη διάγνωσή τους.
Τα Ενοποιημένα Σχέδια Κυβερνητικής Πολιτικής (ΕΣΚΥΠ), αλλά και το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο και ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός, τεκμηριώνουν το νέο modus operandi της
κυβέρνησης, το οποίο πρέπει να έχει συνέχεια. Η ταύτιση των θεσμών με τα πρόσωπα υποκρύπτει ένα δημαγωγικό τέχνασμα. Ισχύει, όμως, ότι και η ταύτιση των προσώπων με τις επιτελικές θέσεις που υπηρετούν μπορεί να οδηγήσει σε υπερφίαλη στάση και συνθήκες πολιτικής κυριαρχίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, είναι απαραίτητος ο δημοκρατικός έλεγχος, η λογοδοσία και οι τακτικές εκλογές.
Η διάκριση που επικαλέστηκε ο Πρωθυπουργός μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας είναι ανεπιτυχής ως απάντηση στην εσωκομματική κριτική.
Γιατί οφείλει να αναγνωρίσει ότι το επιτελικό κράτος εξακολουθεί να εδράζεται σε ένα υβριδικό πλαίσιο διαπροσωπικών (και συχνά πελατειακών) σχέσεων, και λιγότερο απ’ όσο ισχυρίζονται σε ένα αυστηρά τεχνοκρατικό και κανονιστικό πλαίσιο. Όπως διαχρονικά συμβαίνει, πολλές ομάδες και συμφέροντα στερούνται της ισότιμης προσέγγισης στο “Μαξίμου”, ενώ άλλοι διατηρούν προνομιακή πρόσβαση.
Από την άποψη αυτή, λοιπόν, είναι εύλογη η κριτική από την σκοπιά των βουλευτών. Δεν είναι σημαντικές μόνο οι περγαμηνές των βουλευτικών εκλογών, ούτε η ανταπόκριση στα προβλήματα των πολιτών.
Μία σοβαρή αδυναμία του επιτελικού κράτους είναι η αδυναμία σύνδεσης με τη δημοκρατική αντιπροσώπευση. Δηλαδή, ότι δεν δημιούργησε ένα διαφορετικό πλαίσιο, ώστε οι βουλευτές να πρωτοστατήσουν στην αναφορά των διαπιστωμένων δημόσιων προβλημάτων και της υστέρησης, και όχι απλώς να μεσολαβούν για τη διευθέτηση προσωπικών αιτημάτων και “ρουσφετιών”.
Εάν θέλουμε να ασχοληθούμε σοβαρά με την αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή, δεν χρειάζεται να διακρίνουμε δήθεν ασυμβίβαστα μεταξύ βουλευτών και υπουργών, ούτε να υπονοήσουμε την ατεκμηρίωτη δεινότητα των εξωκοινοβουλευτικών στελεχών.
Στην ελληνική πολιτική διαπιστώνουμε πολλές αξιόλογες περιπτώσεις εκλεγμένων πολιτικών με σημαντικό κυβερνητικό έργο (Γεννηματάς, Σημίτης, Μερκούρη, Πεπονής, Μπένος, Γιαννάκου, Μπακογιάννη).
Σε μία συγκυρία αμφισβήτησης των κομμάτων και των πολιτικών, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η διαχείριση των δημόσιων προβλημάτων γίνεται συμφωνα με βασικές δημοκρατικές αρχές, και όχι σύμφωνα με τις επιλογές ενός περίκλειστου κύκλου στο “Μαξίμου” (στο οποίο άλλοτε ενδημούν οι “προεδρικοί”, οι “επικοινωνιολόγοι” και εσχάτως οι “επιτελικοί”). Οι θεσμοί και τα αξιώματα είναι πάνω από τα πρόσωπα στις δημοκρατίες.
O Μάνος Παπάζογλου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικών Συστημάτων, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου







































