Η επιστροφή όσο το δυνατόν περισσότερων δανείων στο τραπεζικό σύστημα, αποτελεί στοίχημα καίριας σημασίας όχι μόνο για τον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά και για την ελληνική οικονομία.
Πρόκειται για το τελευταίο μίλι της διαδικασίας εξυγίανσης της εγχώριας αγοράς, μετά την πολυετή κρίση που έπληξε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και οδήγησε τους δείκτες καθυστερήσεων στη ζώνη του 50%.
Τα εντός τραπεζικών ισολογισμών κόκκινα δάνεια από το ιστορικό υψηλό των 107 δισ. ευρώ το 2016 έχουν πλέον υποχωρήσει κάτω από τα 6 δισ. ευρώ, κυρίως ως αποτέλεσμα κινήσεων μαζικής αποενοποίησης (τιτλοποιήσεις, πωλήσεις).
Όμως, τα ανοίγματα αυτά, που βρίσκονται υπό το διαχειριστικό έλεγχο των servicers, παραμένουν στην οικονομία, επιδρώντας αρνητικά στην ανάπτυξη και αφήνοντας εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης ένα μεγάλο αριθμό φυσικών και νομικών προσώπων.
Η ρύθμιση
Στόχο λοιπόν των εταιρειών διαχείρισης τα τελευταία χρόνια είναι ένα μεγάλο τμήμα τους να ρυθμιστεί και να επιστρέψει σε ομαλές αποπληρωμές, ώστε σε δεύτερο χρόνο μετά τη θεραπεία του να πωληθεί στις τράπεζες.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διαχειριστές απαιτήσεων έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους δάνεια ύψους 80 δισ. ευρώ περίπου.
Πηγές από τον κλάδο σημειώνουν πως από αυτά, ένα ποσοστό της τάξης του 15% ή περί τα 12 δισ. ευρώ είναι είτε ενήμερα ή εμφανίζουν καθυστέρηση μικρότερη των 90 ημερών.
Όπως λένε, πρόκειται για τη βασική δεξαμενή από την οποία θα αρχίσουν μέσα στα επόμενα χρόνια να γυρίζουν στις τράπεζες θεραπευμένες χορηγήσεις.
Η απαγόρευση
Μέχρι στιγμής ο SSM, ο εποπτικός βραχίονας της ΕΚΤ, δεν έχει ανάψει το πράσινο φως για να γίνουν μαζικά πωλήσεις πακέτων με εξυγιασμένα δάνεια στις τράπεζες, λόγω της συνεπακόλουθης αύξησης του ρίσκου, αλλά και επικαλούμενος ηθικούς κινδύνους.
Με δεδομένο όμως πως συναλλαγές αυτού του τύπου είναι αναγκαίες για την επίτευξη των στόχων των τιτλοποιήσεων, οι servicers έχουν δρομολογήσει μία άλλη λύση.
Αυτή προβλέπει την πώληση δανείων σε τρίτα σχήματα, που θα λειτουργήσουν ως ενδιάμεσοι, πριν την κατάληξή τους, μετά από ένα εύλογο διάστημα στις τράπεζες.
Με τον τρόπο αυτό η συναλλαγή γίνεται άμεσα, ενισχύοντας τις εισπράξεις των τιτλοποιήσεων, αλλά και δίνεται ο απαραίτητος χρόνος για το οριστικό πρασίνισμα των χορηγήσεων που μεταβιβάζονται.
Η προϋπόθεση
Κι αυτό διότι για να χαρακτηριστούν ως εξυπηρετούμενα τα εν λόγω δάνεια, θα πρέπει να συμπληρώσουν τρία χρόνια ομαλών αποπληρωμών, χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση.
Εάν δεν έχει κατοχυρωθεί αυτή η συνθήκη, δεν είναι δυνατή η μεταπώλησή τους σε εμπορική τράπεζα.
Ήδη η πρώτη συναλλαγή αυτής της μορφής έχει ολοκληρωθεί από τη doValue, ενώ και οι άλλες συστημικές εταιρείες του χώρου ετοιμάζονται για ανάλογες πωλήσεις.
Ο λόγος γίνεται για χαρτοφυλάκιο με 3.400 δάνεια που αντιστοιχούν σε περίπου 1.800 βασικούς δανειολήπτες, με συνολική μικτή λογιστική αξία της τάξης των 230 εκατ. ευρώ.
Η doValue το διέθεσε σε εξειδικευμένους σε αυτή την κατηγορία δανείων θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι σε δεύτερο χρόνο, όταν οι συνθήκες ωριμάσουν, θα δοκιμάσουν την πώληση του σε πιστωτικό ίδρυμα.
Ο ηλικιακός κόφτης
Πάντως, πηγή από τον κλάδο των διαχειριστών παραδέχεται ότι υπάρχει και ένα ακόμη εμπόδιο για την επιστροφή θεραπευμένων ανοιγμάτων στις τράπεζες.
«Θα θέλουν οι συστημικοί, αλλά και οι μικρότεροι όμιλοι να αναλάβουν εκ νέου το ρίσκο αυτών των δανείων, τα οποία στην πλειονότητά τους σήμερα αποπληρώνονται από 60άρηδες;», αναρωτιέται.
Όπως εξηγεί, «οι περισσότερες από αυτές τις χορηγήσεις εκταμιεύτηκαν τη δεκαετία του 2000 στους τότε 40άρηδες. Άρα η σημερινή τους ηλικία είναι αρκετά μεγαλύτερη».
Μένει να φανεί, προσθέτει ο ίδιος, ποιες τράπεζες θα επιλέξουν αυτήν την οδό και σε ποιο βαθμό για τη μεγέθυνση του ενεργητικού τους.
Οι one-to-one επιστροφές
Δεν είναι όμως μόνος αυτός ο τρόπος με τον οποίο ένα δάνειο μπορεί να επιστρέψει στο τραπεζικό σύστημα.
Ο SSM επιτρέπει πλέον τη μεμονωμένη, ανά δάνειο, αναχρηματοδότηση ρυθμισμένων οφειλών.
Εν προκειμένω, το πιστωτικό ίδρυμα δίνει νέο δάνειο στον οφειλέτη που σήμερα έχει χρέη στο fund που απέκτησε το άνοιγμά του.
Ο νέος δανεισμός χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αποπληρωμή του ανεξόφλητου κεφαλαίου.
Ανάλογα με τις παρασχεθείσες εξασφαλίσεις, είναι πιθανό να ζητηθεί και η συμμετοχή του δανειολήπτη στην εξόφληση του χρέους του, σε ποσοστό που συνήθως κινείται στην περιοχή του 25%.
Με τον τρόπο αυτό η οφειλή μεταφέρεται ξανά στο επίσημο τραπεζικό σύστημα, με οφέλη για όλους:
– Ο δανειολήπτης επιτυγχάνει καλύτερους όρους χρηματοδότησης, όπως χαμηλότερο επιτόκιο και κλειδώνει το κούρεμα στο κεφάλαιό του.
– Ο πωλητής του χρέους παίρνει ζεστό χρήμα άμεσα, ενώ η εταιρεία διαχείρισης αυξάνει με μια κίνηση τις ανακτήσεις επί των οποίων κερδίζει προμήθειες.
– Η τράπεζα που αποκτά το δάνειο αυξάνει το ενεργητικό της με μία χορήγηση που αποδεδειγμένα εξυπηρετείται ομαλά για ένα εύλογο χρονικό διάστημα και είναι μάλιστα κουρεμένη, γεγονός που μειώνει τα ρίσκα.






































