Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης επικεντρώνεται συνήθως στη βιομηχανία, την ενέργεια ή την τεχνολογία. Υπάρχει όμως ένας ακόμη κρίσιμος τομέας που καθορίζει πού κατευθύνονται οι επενδύσεις, πού δημιουργούνται θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας και πού εγκαθίστανται τα πλέον εξειδικευμένα στελέχη: η αγορά διαχείρισης επενδυτικών κεφαλαίων.
Η ευρωπαϊκή αγορά επενδυτικών κεφαλαίων αναπτύχθηκε επί δεκαετίες γύρω από λίγους ισχυρούς κόμβους, με πρωταγωνιστές το Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία. Αυτές οι χώρες κατάφεραν να δημιουργήσουν οικοσυστήματα που συγκέντρωσαν κεφάλαια τρισεκατομμυρίων ευρώ και προσέλκυσαν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Σήμερα, όμως, το τοπίο αλλάζει. Η ευρωπαϊκή οικονομία αναζητά νέους μοχλούς ανάπτυξης και η Ευρωπαϊκή Ενωση εξετάζει τη δημιουργία της Στρατηγικής Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, επιδιώκοντας βαθύτερες και αποτελεσματικότερες κεφαλαιαγορές.
Οι διεθνείς επενδυτές επανεξετάζουν τις γεωγραφικές τους επιλογές, καθώς η διασυνοριακή κινητικότητα κεφαλαίων και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού δημιουργεί νέες ευκαιρίες για χώρες που προσφέρουν σταθερότητα και προβλεψιμότητα.
Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται η μεταρρύθμιση που προώθησε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με πρωτοβουλία του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη.
Πρόκειται για παρέμβαση που δεν περιορίζεται στη φορολογία των επενδυτικών κεφαλαίων και του οικοσυστήματός τους, αλλά επιδιώκει να καταστήσει την Ελλάδα ανταγωνιστικό προορισμό στη διαχείριση επενδύσεων, τοποθετώντας τη δυναμικά στον χάρτη της ευρωπαϊκής αγοράς επενδυτικών κεφαλαίων.
Η μεταρρύθμιση κινείται σε τρεις άξονες
Πρώτον, ενισχύει την ασφάλεια δικαίου, αποσαφηνίζοντας τη φορολογική μεταχείριση των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επεκτείνοντάς την σε αντίστοιχα εποπτευόμενα επενδυτικά σχήματα τρίτων χωρών. Η σαφήνεια των κανόνων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για κάθε επενδυτική απόφαση.
Δεύτερον, ευθυγραμμίζει τη χώρα με τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές, προβλέποντας ότι η παροχή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή επενδυτικών συμβουλών από εταιρείες εγκατεστημένες στην Ελλάδα δεν οδηγεί αυτομάτως στη δημιουργία φορολογικής κατοικίας ή μόνιμης εγκατάστασης για αλλοδαπά επενδυτικά σχήματα και διαχειριστές κεφαλαίων.
Πρόκειται για μια κρίσιμη παράμετρο στην επιλογή εγκατάστασης λειτουργιών asset management.
Τρίτον, αναγνωρίζει ότι η πραγματική αξία της βιομηχανίας των funds δεν βρίσκεται μόνο στα ίδια τα κεφάλαια αλλά πρωτίστως στους ανθρώπους που τη στελεχώνουν.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι χώρες δεν ανταγωνίζονται πλέον αποκλειστικά μέσω της φορολογίας των κεφαλαίων και των επενδυτικών σχημάτων. Ανταγωνίζονται κυρίως στην προσέλκυση ταλέντου: διαχειριστών επενδύσεων, αναλυτών, portfolio managers, ειδικών σε θέματα κινδύνου, νομικών και φορολογικών συμβούλων.
Για τον λόγο αυτόν θεσπίζεται ειδική φορολογική μεταχείριση για αμοιβές πρόσθετης απόδοσης (carried interest και performance fees) φυσικών προσώπων που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα και εργάζονται σε εταιρείες που εγκαθιδρύουν ουσιαστική οικονομική παρουσία στη χώρα. Το κίνητρο συνδέεται με αυστηρές προϋποθέσεις πραγματικής δραστηριότητας και δημιουργίας οικονομικής αξίας στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων ελάχιστο επίπεδο λειτουργικών δαπανών ύψους τριών εκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
Η μεταρρύθμιση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική που ακολουθεί η χώρα την τελευταία εξαετία για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την προσέλκυση επενδύσεων.
Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η προσέλκυση σημαντικών διεθνών επιχειρήσεων, η αύξηση επενδύσεων και η δημιουργία φορολογικών κινήτρων για τη μεταφορά φορολογικής κατοικίας και οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα αποτελούν πλευρές της ίδιας προσπάθειας: να μετατραπεί η χώρα από τόπο κατανάλωσης σε κόμβο παραγωγής υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η διεθνής βιομηχανία επενδυτικών κεφαλαίων βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις, η αυξανόμενη διασυνοριακή κινητικότητα εξειδικευμένου προσωπικού και η αναζήτηση νέων επενδυτικών κέντρων δημιουργούν ευκαιρίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητες.
Ακόμη και τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά κέντρα αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Παρότι το Λουξεμβούργο παραμένει κορυφαίος παγκόσμιος κόμβος επενδυτικών κεφαλαίων, η σύγχρονη διεθνής συζήτηση αναδεικνύει ζητήματα που συνδέονται με το αυξημένο κόστος λειτουργίας, τον ανταγωνισμό για εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και τις αναπόφευκτες πιέσεις που ανακύπτουν από την υπερσυγκέντρωση οικονομικών δραστηριοτήτων σε περιορισμένου μεγέθους αγορές.
Η Ελλάδα σήμερα επιχειρεί να διεκδικήσει μερίδιο σε μία αγορά που αναζητά πλέον περισσότερους και πιο εξειδικευμένους ευρωπαϊκούς κόμβους.
Διαθέτει άλλωστε σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα: Είναι μέλος της ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, διαθέτει υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, αναβαθμισμένο επενδυτικό περιβάλλον και στρατηγική γεωγραφική θέση στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής. Τα τελευταία χρόνια έχει ήδη καταφέρει να προσελκύσει διεθνείς εταιρείες τεχνολογίας, κέντρα παροχής υπηρεσιών και εξειδικευμένο στελεχιακό δυναμικό.
Η επιτυχία της μεταρρύθμισης δεν θα μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των επενδυτικών σχημάτων που θα επιλέξουν την Ελλάδα. Θα κριθεί από το κατά πόσο η χώρα θα καταφέρει να προσελκύσει ανθρώπους, γνώση, τεχνογνωσία και ποιοτικές θέσεις εργασίας.
Η φιλοδοξία μας είναι σαφής: η Ελλάδα να μην παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις στη διεθνή αγορά επενδυτικών κεφαλαίων, αλλά να αποτελέσει μέρος της επόμενης γενιάς ευρωπαϊκών επενδυτικών κέντρων.
Η κυρία Χρύσα Μήλιου είναι γενική γραμματέας Φορολογικής Πολιτικής του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών











![Ιαπωνία: Η σιωπή του «Mr Yen» [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/ot_Atsushi-Mimura.png)

























