Η εθνική πρωτοβουλία μείωσης των τιμών αποτελεί μία αξιόλογη προσπάθεια περιορισμού της ακρίβειας μέσω εθελοντικών δεσμεύσεων από παράγοντες της αγοράς.
Το μέτρο έχει παρουσιαστεί αναλυτικά από τα μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένου φυσικά του Οικονομικού Ταχυδρόμου.
Αξίζει όμως να υπενθυμίσουμε τα κύρια δεδομένα του. Οι μειώσεις ξεκινούν την 31 Αυγούστου, η πρωτοβουλία λήγει την 31 Δεκεμβρίου και κάθε κωδικός που εντάσσεται οφείλει να παραμείνει τουλάχιστον δύο μήνες. Αφορούν την κανονική τιμή ραφιού, με ελάχιστη μείωση 5% σε σημαντικούς κωδικούς υψηλής κυκλοφορίας. Τα συμμετέχοντα προϊόντα θα φέρουν διακριτή σήμανση στο ράφι και θα εμφανίζονται σε ειδική ενότητα στο σύστημα PosoKanei. Πόσοι κωδικοί θα συμμετάσχουν τελικά, δεν είναι εκ των προτέρων γνωστό.
Επισημαίνεται επίσης ότι αυτή η πρωτοβουλία διαδέχθηκε ένα διοικητικό μέτρο. Συγκεκριμένα, την 11 Μαρτίου 2026 είχε επανέλθει το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους σε καύσιμα, τρόφιμα και βασικά είδη διαβίωσης. Έληξε την 30 Ιουνίου και, μια ημέρα πριν, η μη παράτασή του συνοδεύθηκε με δύο δεσμεύσεις παραγόντων της αγοράς, δηλαδή πάγωμα τιμών το καλοκαιρινό δίμηνο και ουσιαστικές μειώσεις από τον Σεπτέμβριο.
Για να δώσει η πρωτοβουλία αυτή ένα ουσιώδες και αισθητό αποτέλεσμα για τους καταναλωτές, πρέπει να συμβούν τα εξής.
Πρώτον, οι μειώσεις πρέπει να αφορούν προϊόντα με σημαντική παρουσία στα καλάθια αγορών. Διαφορετικά, η επίδραση δεν θα είναι ουσιώδης για την ανακούφιση των καταναλωτών.
Δεύτερον, οι μειώσεις τιμών θα πρέπει να έχουν διάρκεια ώστε να προσφέρουν συσωρευτικά σημαντικά οφέλη στους καταναλωτές.
Τρίτον, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι σε θέση να απορροφήσουν τη μείωση του περιθωρίου κέρδους χωρίς να τη μετακυλίσουν σε άλλα προϊόντα μέσω ανατιμήσεων.
Μία γενικότερη και εύλογη επιφύλαξη έναντι της εν λόγω πρωτοβουλίας είναι ότι η οικονομική και επιχειρηματική συμπεριφορά καθορίζεται πρωτίστως από τις αντικειμενικές συνθήκες και δευτερευόντως από τις προθέσεις των παραγόντων της αγοράς.
Η δυσκολία της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας έγκειται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Επιχειρεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα, δηλαδή την τελική τιμή στο ράφι, χωρίς να μεταβάλλει ουσιαστικά τους αντικειμενικούς παράγοντες που διαμορφώνουν το κόστος παραγωγής και τις τιμές διάθεσης των αγαθών.
Σε μια αγορά όπου το ενεργειακό κόστος παραμένει πολύ υψηλό, η εξάρτηση από εισαγωγές είναι μεγάλη, η ζήτηση εμφανίζεται προβλέψιμα ανελαστική, η γραφειοκρατία αυξάνεται, και η ολιγοπωλιακή συγκέντρωση περιορίζει τον ανταγωνισμό, η εμπέδωση χαμηλότερων τιμών δεν αποτελεί ζήτημα καλής θέλησης.
Κλείνοντας, ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στο γραφειοκρατικό και ρυθμιστικό κόστος που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, διότι κάθε κόστος που επιβαρύνει συστηματικά την παραγωγή και το εμπόριο καταλήγει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, να ενσωματώνεται στις τελικές τιμές που καλούνται να πληρώσουν οι καταναλωτές. Δυστυχώς, το κόστος της – ψηφιακής πλέον – γραφειοκρατίας είναι δυσβάσταχτο για τις επιχειρήσεις. Το διαχρονικό αυτό πρόβλημα δεν έχει αντιμετωπιστεί και ούτε έχει συγκεντρώσει την προσοχή που θα έπρεπε. Αντιθέτως, νέα γραφειοκρατικά βάρη και γραφειοκρατικοί μηχανισμοί «καίνε» ακόμα περισσότερο κόπο, χρόνο και χρήμα.
Ο κ. Γεώργιος Μπάλτας είναι Καθηγητής του Τμήματος Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Μεταπτυχιακών Σπουδών







































