Η εκρηκτική άνοδος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη έχει δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο κλάδος μπορεί να αναπτυχθεί ανεξάρτητα από τις συνθήκες στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Όμως, σύμφωνα με τον Ρουσίρ Σάρμα, πρόεδρο της Rockefeller International, που έγραψε σχετικά στους Financial Times, η πεποίθηση αυτή θυμίζει την επικίνδυνη λογική προηγούμενων χρηματιστηριακών φουσκών: ότι μια τεχνολογική επανάσταση είναι τόσο ισχυρή, ώστε μπορεί να υπερβεί τους βασικούς οικονομικούς κανόνες. Στην πραγματικότητα, η τιμή του χρήματος εξακολουθεί να έχει καθοριστική σημασία και η άνοδος των επιτοκίων ενδέχεται να αποδειχθεί ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την τρέχουσα έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Η βασική διαφορά σε σχέση με προηγούμενες περιόδους έντονης επενδυτικής δραστηριότητας είναι το επίπεδο του παγκόσμιου χρέους. Οι κυβερνήσεις έχουν συσσωρεύσει υποχρεώσεις σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ανταγωνιζόμενες πλέον τις επιχειρήσεις για την προσέλκυση διαθέσιμων κεφαλαίων. Αυτό περιορίζει τη ρευστότητα στην αγορά και μειώνει τα περιθώρια κρατικής παρέμβασης σε περίπτωση κρίσης. Σε αντίθεση με τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, όταν υπήρχε μεγαλύτερη διαθεσιμότητα κεφαλαίων, σήμερα οι τεχνολογικοί όμιλοι καλούνται να ανταγωνιστούν τα κράτη για τη χρηματοδότηση των επενδύσεών τους.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην κατασκευή κέντρων δεδομένων, η οποία απαιτεί τεράστια κεφάλαια. Καθώς οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι στρέφονται όλο και περισσότερο στον δανεισμό, αντί να χρηματοδοτούν αποκλειστικά τις επενδύσεις τους από τα διαθέσιμα μετρητά, η έκδοση χρέους που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 600 δισ. δολάρια το 2026, ποσό δεκαπλάσιο σε σχέση με το 2024.

Η αύξηση επιτοκίων πλήττει τις επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη
Η απότομη μεταβολή των επιτοκίων επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Παρότι τα επίπεδά τους μπορεί να θυμίζουν εκείνα της δεκαετίας του 1990, η σημερινή συγκυρία είναι διαφορετική: έπειτα από σχεδόν 25 χρόνια εξαιρετικά χαμηλού κόστους χρήματος, οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα νέο χρηματοδοτικό περιβάλλον. Οι υψηλότερες αποδόσεις που απαιτούν οι επενδυτές για να δανείσουν τις πιο αδύναμες εταιρείες της αλυσίδας αξίας της τεχνητής νοημοσύνης αποτελούν ήδη ενδείξεις πίεσης.
Ο Σάρμα υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες χρηματοπιστωτικές φούσκες του 2000 και του 2008 δεν κατέρρευσαν μέσα σε μία ημέρα. Η αύξηση του κόστους δανεισμού έπληξε αρχικά τους πιο ευάλωτους κλάδους και στη συνέχεια μεταδόθηκε στην ευρύτερη αγορά και στην οικονομία. Κατά την κατάρρευση της φούσκας των εταιρειών του διαδικτύου, οι τεχνολογικές μετοχές άρχισαν να υποχωρούν στις αρχές του 2000, αλλά η επενδυτική ευφορία διατηρήθηκε για αρκετούς μήνες. Αντίστοιχα, η κρίση του 2008 ξεκίνησε από μια σχετικά περιορισμένη αγορά, τα αμερικανικά στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου.

Είναι αρκετή η δυναμική μιας νέας τεχνολογίας
Παρά τις ομοιότητες, οι υποστηρικτές της τεχνητής νοημοσύνης επιμένουν ότι η δυναμική της τεχνολογίας είναι αρκετή για να αντισταθμίσει το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης. Ωστόσο, η αισιοδοξία αυτή παραβλέπει μια κρίσιμη αδυναμία: οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη δεν ενισχύουν αντίστοιχα την υπόλοιπη οικονομία. Εκτός του συγκεκριμένου κλάδου, ο δανεισμός παραμένει ασθενής και οι επενδύσεις υποχωρούν. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να δυσκολευτούν να αναπτυχθούν, εάν οι δυνητικοί πελάτες τους δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να αξιοποιήσουν τις υπηρεσίες τους.
Η αγορά αρχίζει ήδη να γίνεται πιο επιλεκτική απέναντι στις επιχειρήσεις του κλάδου, ενώ η πιθανότητα νέας ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων ενισχύει τους κινδύνους. Οι αυξανόμενες χρηματοδοτικές ανάγκες τόσο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης όσο και των τεχνολογικών ομίλων ενδέχεται να διατηρήσουν υψηλό το κόστος χρήματος.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πράγματι να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες τεχνολογικές μεταβολές της σύγχρονης εποχής. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι εταιρείες της μπορούν να αγνοήσουν τους οικονομικούς περιορισμούς. Όπως καταλήγει ο Σάρμα, ακόμη και η πιο μετασχηματιστική τεχνολογική επανάσταση δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να αψηφήσει επ’ αόριστον την τιμή του χρήματος.








































