Το ενδεχόμενο να χάσει ο Ντόναλντ Τραμπ τον έλεγχο του Κογκρέσου στις ενδιάμεσες εκλογές ενισχύεται, καθώς οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν σημαντική άνοδο των Δημοκρατικών. Το λεγόμενο «μπλε κύμα», δηλαδή η επικράτηση του Δημοκρατικού Κόμματος τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία των ΗΠΑ, δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα θεωρητικό σενάριο.
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση των New York Times και της Siena, οι Δημοκρατικοί προηγούνται στις περισσότερες από τις επτά πιο αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία, με διαφορά τουλάχιστον πέντε ποσοστιαίων μονάδων σε τέσσερις από αυτές, σημειώνουν οι Financial Times.
Η πολιτική συγκυρία είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τον Τραμπ. Η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για τον πληθωρισμό και το αυξημένο κόστος διαβίωσης έχει μετατραπεί σε βασικό πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς. Ωστόσο, αντί να επικεντρώσει την προεκλογική του εκστρατεία στην οικονομία των ΗΠΑ, ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να δώσει έμφαση σε πολιτισμικά και ιδεολογικά ζητήματα, επιδιώκοντας να κινητοποιήσει την εκλογική του βάση. Το αποτέλεσμα θα κριθεί σε μια σειρά αναμετρήσεων που αποτυπώνουν τόσο την υποχώρηση της δημοτικότητας των Ρεπουμπλικανών όσο και τις εσωτερικές αντιθέσεις των Δημοκρατικών.

Οι κρίσιμες πολιτείες και τα πρώτα μηνύματα
Η Τζόρτζια και η Βόρεια Καρολίνα αναμένεται να προσφέρουν τις πρώτες ενδείξεις για το εύρος της πιθανής δημοκρατικής αντεπίθεσης. Οι δύο πολιτείες θεωρούνταν αρχικά αμφίρροπες, αλλά πλέον εμφανίζουν σαφή τάση υπέρ των Δημοκρατικών. Το αποτέλεσμα θα αποτελέσει βαρόμετρο για το κατά πόσο το κόμμα μπορεί να μετατρέψει τη δημοσκοπική δυναμική σε πραγματικές νίκες στη Γερουσία.
Στη Νέα Υόρκη και την Πενσιλβάνια, οι Ρεπουμπλικανοί Μάικ Λόουλερ και Μπράιαν Φιτζπάτρικ υπερασπίζονται έδρες σε περιφέρειες που είχαν ψηφίσει την Κάμαλα Χάρις στις προεδρικές εκλογές του 2024. Και οι δύο έχουν επιχειρήσει να διαχωρίσουν τη θέση τους από τον Τραμπ, προβάλλοντας ένα πιο μετριοπαθές προφίλ. Η μάχη είναι ιδιαίτερα δαπανηρή: οι εκστρατείες και οι εξωτερικές οργανώσεις έχουν διαθέσει συνολικά 52 εκατ. δολάρια για την εκλογή τους, ενώ οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι έχουν εξασφαλίσει περίπου 33 εκατ. δολάρια για τη δική τους προβολή.

Η οικονομία πλήττει τα παραδοσιακά προπύργια
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αναμετρήσεις στο Κάνσας και την Αϊόβα, δύο πολιτείες των ΗΠΑ που αποτελούν παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών. Οι δασμοί του Τραμπ και ο πόλεμος με το Ιράν έχουν αυξήσει το κόστος εξοπλισμού, λιπασμάτων και πετρελαίου κίνησης, επιβαρύνοντας τους αγρότες και τις αγροτικές κοινότητες. Στο Κάνσας, όπου οι Δημοκρατικοί δεν έχουν εκλέξει γερουσιαστή από τη δεκαετία του 1930, ο υποψήφιος Άνταμ Χάμιλτον εμφανίζεται να προηγείται κατά πέντε μονάδες. Στην Αϊόβα, ο Τζος Τουρέκ δίνει αμφίρροπη μάχη με τη Ρεπουμπλικανή Άσλεϊ Χίνσον.
Στο Τέξας και το Οχάιο, οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να ανατρέψουν μακροχρόνιους εκλογικούς συσχετισμούς. Στο Οχάιο, ο πρώην γερουσιαστής Σέροντ Μπράουν διεκδικεί την επιστροφή του απέναντι στον Τζον Χάστεντ, σε μια αναμέτρηση που έχει προσελκύσει περισσότερα από 360 εκατ. δολάρια εξωτερικής χρηματοδότησης. Στο Τέξας, ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο εμφανίζεται να προηγείται κατά επτά μονάδες του Κεν Πάξτον, παρά την ισχυρή οικονομική στήριξη που έχει συγκεντρώσει ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος, μεταξύ άλλων από οργανώσεις που συνδέονται με τον Τραμπ και τον Ίλον Μασκ.

Η μάχη για την ταυτότητα των Δημοκρατικών
Οι αναμετρήσεις στο Μίσιγκαν και τη Μινεσότα έχουν διαφορετική πολιτική διάσταση: θα δείξουν κατά πόσο η προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών μπορεί να κερδίσει σε πολιτείες όπου η εκλογική αναμέτρηση είναι ανταγωνιστική. Στο Μίσιγκαν, ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέν, που επικράτησε στις προκριματικές εκλογές, βρίσκεται αντιμέτωπος με εσωκομματικές αντιδράσεις και επιθέσεις από τους Ρεπουμπλικανούς. Η εκστρατεία του συνδυάζει προτάσεις για διεύρυνση της δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης και υψηλότερη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων με έντονη κριτική στην πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στο Ισραήλ και το Ιράν.
Στη Μινεσότα, η Πέγκι Φλάναγκαν προβάλλει την καταπολέμηση της διαφθοράς, την πρόσβαση στην υγεία και την αντίθεση στους δασμούς κατά του Καναδά. Οι επιδόσεις των δύο υποψηφίων θα επηρεάσουν τη συζήτηση για τη μελλοντική κατεύθυνση του Δημοκρατικού Κόμματος.
Το διακύβευμα σαφώς υπερβαίνει την απλή ανακατανομή των εδρών. Μια ήττα των Ρεπουμπλικανών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου θα περιόριζε σημαντικά την πολιτική δυνατότητα του Τραμπ να προωθεί τη νομοθετική του ατζέντα. Παράλληλα, θα αποτελούσε ένδειξη ότι η δυσαρέσκεια για την οικονομία και τις επιλογές της κυβέρνησης μπορεί να διαρρήξει ακόμη και παραδοσιακά ισχυρά εκλογικά στηρίγματα των Ρεπουμπλικανών.






































