Λάβρος εμφανίστηκε ο γνωστός αρθρογράφος Βόλφγκανγκ Μίνχαου, σε παρέμβασή του στη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, επικρίνοντας σφοδρά το πολιτικό μοντέλο «Αριστερά – Δεξιά – Κέντρο» και όσους συνεχίζουν να το υπερασπίζονται και να το χρησιμοποιούν ως βάση για τις αναλύσεις τους.

Θέλοντας να αποδείξει τον ισχυρισμό του, ο Μίνχαου επικαλείται την εμπειρία του Brexit. «Το Brexit αποτέλεσε μια καταστροφή – για την επαγγελματική ομάδα των ειδικών στις εφημερίδες, τα think

tanks και τα πανεπιστήμια. Ήταν καταστροφή όχι επειδή έπεσαν έξω στις προβλέψεις τους. Αυτό μπορεί να συμβεί σε όλους τους σχολιαστές. Οι προβλέψεις, άλλωστε, είναι ούτως ή άλλως υπερτιμημένες. Το πρόβλημα είναι άλλο: Μένουν προσκολλημένοι στο ίδιο πλαίσιο ή μοντέλο που βρίσκεται πίσω από τις λανθασμένες προβλέψεις», έγραψε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια, επικαλείται το αποτέλεσμα των πρόσφατων συμπληρωματικών εκλογών στο Χάρτλπουλ, που σφραγίστηκε από τον θρίαμβο των Συντηρητικών, αν και η πόλη αποτελούσε επί δεκαετίες «κάστρο» των Εργατικών. Θεωρεί δε ότι αυτό απέδειξε το πόσο ανόητο ήταν το επιχείρημα πως οι Εργατικοί δεν τα πήγαν καλά στις εκλογές του 2019 επειδή ο τότε ηγέτης τους, Τζέρεμι Κόρμπιν, «ήταν πολύ αριστερός».

Τι Κόρμπιν, τι Στάρμερ

Αυτή την ερμηνεία επέβαλε το παραπάνω μοντέλο και αυτή δόθηκε. Μόνο που, όπως σημειώνει ο Μίνχαου, με το αποτέλεσμα στο Χάρτλπουλ φάνηκε ότι το κόμμα υποχώρησε περισσότερο υπό την ηγεσία ενός μετριοπαθή κεντρώου, του Κιρ Στάρμερ.

Δεν μπορεί κανείς παρά να δώσει δίκιο στον αρθρογράφο, τουλάχιστον σε αυτή του τη διαπίστωση. Άλλωστε, οι ψηφοφόροι της συγκεκριμένης περιφέρειας είχαν ψηφίσει το 2016 με ευρεία πλειοψηφία υπέρ του Brexit και έκαναν τις επιλογές τους όταν διαπίστωσαν τις παλινωδίες της ηγεσίας του κόμματος.

Όταν είδαν, δηλαδή, ότι ο μεν Κόρμπιν προσπαθούσε να τηρήσει ίσες αποστάσεις, ενώ ο Στάρμερ ήταν από αυτούς που παρασκηνιακά υποστήριζαν τη διεξαγωγή δεύτερου δημοψηφίσματος που θα αναιρούσε το αποτέλεσμα του πρώτου. Μετά από αυτά, αποφάσισαν να τους τιμωρήσουν αλλάζοντας πολιτικό στρατόπεδο με απίστευτη ευκολία και ψηφίζοντας τον εκλεκτό των μέχρι τότε μισητών Τόρις.

Λεπέν, Afd και Τραμπ

Δεν μπορούμε παρά να διαπιστώσουμε, επίσης, ότι ανάλογες ή ενδεχομένως και πιο εντυπωσιακές μετατοπίσεις έχουν γίνει και σε άλλες χώρες, κάνοντας κομμάτια και θρύψαλα τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Αριστεράς, Δεξιάς και Κέντρου.

Στη Γαλλία, για παράδειγμα, δεν είναι μυστικό ότι το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο (νυν Εθνικός Συναγερμός) του Ζαν-Μαρί Λεπέν και της Μαρίν Λεπέν κατάφερε να διεμβολίσει πολιτικά και εκλογικά περιοχές που αποτελούσαν προπύργια του πάλαι ποτέ πανίσχυρου Κομμουνιστικού Κόμματος. Στη δε Γερμανία, η επίσης ακροδεξιά AfD έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει προεκλογική αφίσα στην οποία αξιοποιεί επιχείρημα του ηγετικού στελέχους του κόμματος της Αριστεράς, Σάρα Βάγκενκνεχτ, κατά της ελεύθερης και χωρίς όρια εισόδου μεταναστών στη χώρα.

Κάτι ανάλογο, τηρουμένων των αναλογιών, συνέβη και στις Ηνωμένες Πολιτείες με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ: Το 2016, οι μεσοδυτικές πολιτείες στις οποίες ήταν συγκεντρωμένος μεγάλος αριθμός των αποκαλούμενων «μπλε κολάρων» – με άλλα λόγια, της παραδοσιακής εργατικής τάξης που συνήθως ψήφιζε Δημοκρατικούς – ήταν αυτές που τον οδήγησαν στον Λευκό Οίκο. Θεώρησαν, προφανώς, ότι μπορεί να υπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντά τους με τις θέσεις του, χωρίς να σκεφτούν ιδιαιτέρως εάν ο ίδιος έχει αντιδραστικά χαρακτηριστικά.

Ακόμη και στην Ελλάδα, όποιος κάνει τον κόπο να… ξεψαχνίσει τα επιμέρους αποτελέσματα των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων θα διαπιστώσει εύκολα μετακινήσεις ψηφοφόρων που μέχρι πρόσφατα θα φάνταζαν ως αδύνατες – τουλάχιστον με βάση τα «απαρχαιωμένα και άχρηστα πρότυπα» που επικαλείται ο Μίνχαου.

Κέντρο, μια συνταγή αποτυχίας

Μήπως τότε, όμως, είναι από αυτούς που υποστηρίζουν ότι η λύση βρίσκεται σε αυτόν που ονομάζεται «πολιτικό κέντρο». Στον χώρο, δηλαδή, που δεν διακρίνεται για την ιδεολογική του καθαρότητα και επιτρέπει να συναντηθούν «μετριοπαθείς» και «τεχνοκράτες» από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα; Κάτι σαν αυτό που συμβαίνει, δηλαδή, στην Ιταλία του Ντράγκι;

Ιδού η απάντηση που δίνει ο ίδιος: «Οι Σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας, οι Σοσιαλιστές της Γαλλίας και οι Νέοι Εργατικοί της Μεγάλης Βρετανίας επαναλάμβαναν διαρκώς ότι οι εκλογές κερδίζονται μόνο από το Κέντρο. Οπλισμένοι, έτσι, με την ισχύ λανθασμένων στατιστικών δεδομένων, έχαναν τη μία εκλογική αναμέτρηση μετά την άλλη».

Γιατί; Μα, πολύ απλά, επειδή «συγκρότησαν τις πολιτικές τους αντιλήψεις την περίοδο του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, όπως και του πρώην πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, Τόνι Μπλερ, χωρίς να γυρίσουν να κοιτάξουν ποτέ πίσω τους».

Με βάση και όλα τα παραπάνω, το πιθανότερο είναι πως πολλοί θα συμφωνήσουν και με μια θέση που επικαλείται ο Μίνχαου, παραπέμποντας σε ένα πρόσωπο που αποτέλεσε εμβληματική φυσιογνωμία τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, πριν γίνει ηγέτης των Γερμανών Πρασίνων και βρεθεί στη θέση του υπουργού Εξωτερικών της χώρας επί κυβέρνησης του σοσιαλδημοκράτη Γκέρχαρντ Σρέντερ – τον Γιόσκα Φίσερ, σύμφωνα με τον οποίο πολιτική είναι η τέχνη της συγκρότησης πλειοψηφιών εκεί που προηγουμένως δεν υπήρχαν.

Οι νέες πλειοψηφίες

Σε αυτό το σημείο, όμως, χωράει πολύ μεγάλη συζήτηση – όπως και για το κατά πόσο η πορεία και οι επιλογές του Φίσερ υπηρέτησαν την παραπάνω θέση. Για τι είδους πλειοψηφίες μιλάμε – κοινοβουλευτικές, κοινωνικές ή κοινοβουλευτικές που εκφράζουν και τις κοινωνικές;

Όσο κι αν δεν αρέσει σε κάποιους, για παράδειγμα, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η Μάργκαρετ Θάτσερ πρέπει να καταταγεί στην τρίτη κατηγορία, καθώς το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της βρήκε στην εποχή της απήχηση σε σημαντικά κοινωνικά στρώματα, κυρίως τα μεσαία και τα ανώτερα. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και ο Τραμπ, όπως έδειξε και το αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών, παρά την ήττα του – για τον οποίο πρέπει να επαναλάβουμε μία ακόμη φορά πως δεν αποτέλεσε ατύχημα της ιστορίας, αλλά εξέφρασε μια συγκεκριμένη και ισχυρή τάση.

Αντιθέτως – κάτι που επίσης μπορεί να μην αρέσει – ο Ντράγκι εκφράζει μια καθαρά κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως και ο προκάτοχός του Τζουσέπε Κόντε ή επίσης ο Ματέο Ρέντσι, καθώς κανείς από τους τρεις δεν διέθετε (και δεν διαθέτει) λαϊκή εντολή. Κάτι παρόμοιο ισχύει με τις ετερόκλητες κυβερνήσεις συνεργασίας, όπως για παράδειγμα αυτή του Αυστριακού καγκελάριου Σεμπάστιαν Κουρτς, ο οποίος σήμερα βασίζεται στη στήριξη των Πρασίνων, ενώ πριν δύο χρόνια στο ακροδεξιό Κόμμα Ελευθερίας…

Σε κάθε περίπτωση, ένα είναι βέβαιο. Όποιος θέλει να συγκροτήσει νέες πλειοψηφίες που μπορούν να εκφράζουν τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και τάσεις, δεν μπορεί να εγκλωβίζεται στα παραδοσιακά σχήματα και κόμματα, που έχουν αποδείξει επανειλημμένως ότι τα μεταξύ τους όρια είναι τουλάχιστον ασαφή. Όσο και αν δηλώσει κανείς δεξιός, αριστερός ή κεντρώος, δεν σημαίνει τίποτα εάν δεν μας εξηγήσει τι και πώς το εννοεί.

Αποκαλυπτήρια λόγω κρίσης

Η πρόσφατη κρίση, για παράδειγμα, ανέδειξε την ανάγκη ενός ισχυρού και αποτελεσματικού δημόσιου τομέα, στην υγεία και όχι μόνο, καταρρίπτοντας τον μύθο του «κακού κράτους». Κατέστησε δε ακόμη πιο σαφή τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον κόσμο του πλούτου και στη συντριπτική πλειοψηφία των κοινωνιών, καθώς το χάσμα μεγάλωσε περαιτέρω – αναδεικνύοντας αντικειμενικά το αίτημα της αναδιανομής υπέρ των «κάτω».

Ξεκαθάρισε, επίσης, ότι για τις πανδημίες και την κλιματική αλλαγή δεν είναι αμέτοχοι οι άνθρωποι και ο τρόπος που έχουν οργανωθεί οι κοινωνίες – κάτι που σημαίνει πως εάν δεν αλλάξει αυτό, η επόμενη και ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή είναι αναπόφευκτη. Κατέστησε επίσης σαφές ότι σε εποχές που η «διαχείριση» των παραδοσιακών δυνάμεων και διαμεσολαβητών έχει αποτύχει, απαιτείται τόλμη, τομές και ανατροπές.

Όσο, λοιπόν, δεν συγκροτούνται πλειοψηφίες πάνω σε αυτά τα πραγματικά και επιτακτικά προβλήματα και ζητήματα της εποχής μας και όσο δεν υπάρχει ένα «αφήγημα» με αρχή, μέση και τέλος που να τα ερμηνεύει και να τα εκφράζει συνολικά, τόσο θα συγκροτούνται στρεβλές πλειοψηφίες,  με καμβά τους εθνικισμούς και το μίσος.

Για τους «αναλυτές» και τους «ειδικούς», πάντως, αφήνουμε την τελευταία λέξη στον Μίνχαου: «Κάποτε, οι διαμορφωτές γνώμης συγκρότησαν ένα ολιγοπώλιο. Οι καλύτεροι γνωρίζουν ακόμη πώς να αξιοποιούν ένα καλό επιχείρημα, όμως το ολιγοπώλιο έχει εξαφανιστεί και η επιρροή τους χάνεται. Και κάπως έτσι θα τελειώσουν. Δεν θα αλλάξουν, βεβαίως, οι ειδικοί, αλλά τοι οικοσύστημα που τους θρέφει».

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Διεθνή
Χόλτσμαν: Δεν υπάρχει αιτία για αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ
Διεθνή |

Χόλτσμαν: Δεν υπάρχει αιτία για αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ

Σύμφωνα με τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Αυστρίας ο πληθωρισμός θα αυξηθεί μεν, αλλά η σταδιακή αποκλιμάκωση του τα επόμενα χρόνια, δεν δίνει αφορμή στην ΕΚΤ να σπεύσει σε αντιστροφή της νομισματικής της πολιτικής