«Είμαστε hotspot της κλιματικής κρίσης» τονίζει ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης σε συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής».

Ο ίδιος επιμένει να υποστηρίζει, με τη γνώση και την εμπειρία μιας 15ετούς σταθερής παρακολούθησης του κρίσιμου ζητήματος, ότι «η κλιματική κρίση είναι εδώ και η Μεσόγειος γενικά και η Ελλάδα ειδικά βρίσκονται στο επίκεντρό της».

Και σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση ο ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα αποδειχθεί καθοριστικός για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής κρίσης.

Ο Θόδωρος Σκυλακάκης είναι σαφής: «Η συνολική επενδυτική δαπάνη για τα έργα που σχετίζονται με την κλιματική κρίση υπολογίζω ότι προσεγγίζει ή ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ».

Η συνάντηση γνωριμίας μας με την κλιματική κρίση στον ευρωπαϊκό Νότο και ιδιαίτερα στη χώρα μας έγινε με ιδιαίτερη ένταση, αποδεικνύοντας ότι ήρθε για να μείνει, με μεγάλο κόστος για την κοινωνία, το περιβάλλον και τις οικονομικές δραστηριότητες. Τι συμπεράσματα έχουν βγει, με βάση τουλάχιστον τις εμπειρίες των συνεπειών της κλιματικής κρίσης μέσα στο 2021;

«Να ξεκινήσουμε με τις διαπιστώσεις. Τον τελευταίο χρόνο, από τον Σεπτέμβριο του 2020, είχαμε διαδοχικά έναν μεσογειακό κυκλώνα («Ιανός»), που σύμφωνα με τους επιστήμονες ήταν από τους πιο ισχυρούς που έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία 50 χρόνια, μια χιονόπτωση («Μήδεια»), από τις πιο σοβαρές που έχουν παρατηρηθεί τα τελευταία 40 χρόνια, έναν παγετό που προκάλεσε πρωτοφανείς ζημιές (τις μεγαλύτερες εδώ και μια δεκαετία) στη γεωργική παραγωγή και έναν πρωτοφανή καύσωνα, τον μεγαλύτερο των τελευταίων δεκαετιών, που συνεισέφερε καθοριστικά στις καταστροφικές mega-πυρκαγιές που ακολούθησαν.

Η πιθανότητα όλα αυτά τα γεγονότα να είναι τυχαία και ασύνδετα μεταξύ τους είναι απειροελάχιστη. Η τάξη μεγέθους ότι αποτελούν συμπτώσεις είναι μία στις πεντακόσιες χιλιάδες. Δηλαδή στην πράξη μηδέν.

Μιλώ με την εμπειρία μιας 15ετίας παρακολούθησης της κλιματικής αλλαγής – στην αρχή ως εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών για την κλιματική αλλαγή, μετά ως ευρωβουλευτής στην Επιτροπή Περιβάλλοντος και σήμερα ως αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών που πρέπει να αξιολογήσει μεταξύ άλλων και τους δημοσιονομικούς κινδύνους της κλιματικής αλλαγής.

Η κλιματική κρίση είναι εδώ και η Μεσόγειος γενικά και η Ελλάδα ειδικά βρίσκονται στο επίκεντρό της. Είμαστε hotspot της κλιματικής κρίσης, οι επιπτώσεις της οποίας – με δεδομένη την εγγενή αδράνεια των κλιματικών φαινομένων – έχουν «κλειδώσει» για τις επόμενες δύο τουλάχιστον δεκαετίες. Ανεξαρτήτως της επιτυχίας των ευρωπαϊκών και παγκόσμιων προσπαθειών για τη μείωση των ρύπων και της μετάβασης προς μια πράσινη οικονομία».

Το ερώτημα είναι το πώς οι πολίτες αλλά και οι πολιτικές δυνάμεις θα συνειδητοποιήσουν και θα αποδεχθούν ότι είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης, κοινωνικής και οικονομικής λειτουργίας.

«Σε σχέση με τα κλιματικά φαινόμενα, διαχωρίζουμε πάντα τη μείωση των ρύπων («mitigation of climate change», στην κλιματική αργκό) από την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή («adaptation to climate change»).

Η μείωση των ρύπων έχει οικονομικές επιπτώσεις, οι οποίες κατά τη γνώμη μου μακροχρονίως είναι ευεργετικές για τις οικονομίες και τελικά δυνητικά και για τα δημόσια οικονομικά. Ιδίως σε χώρες που εισάγουν ορυκτά καύσιμα όπως η Ελλάδα.

Αντιθέτως, η προσαρμογή στα κλιματικά φαινόμενα έχει κόστος οικονομικό (και δημοσιονομικό), κοινωνικό και περιβαλλοντικό.

Η μη προσαρμογή όμως έχει αντίστοιχα κόστη αφάνταστα μεγαλύτερα.

Το ζήσαμε εφέτος με τα φαινόμενα των καταστροφικών πυρκαγιών, των χιονοπτώσεων, των πλημμυρών και του παγετού.

Ο δημοσιονομικός λογαριασμός για τις καταστροφές του τελευταίου χρόνου που συνδέονται με ακραία καιρικά φαινόμενα και την κλιματική κρίση υπολογίζω ότι τελικά θα ξεπεράσει, όταν όλα αθροιστούν και πληρωθούν, το 1 δισ. ευρώ».

Υπάρχουν έτοιμες λύσεις; Μπορούν να ανταποκριθούν το κράτος και οι μηχανισμοί του; Τι αναπροσαρμογές πρέπει να γίνουν; Τι υποδομές χρειάζεται να δημιουργηθούν;

«Η κλιματική κρίση έχει επιπτώσεις άμεσες που συνδέονται με τα ακραία κλιματικά φαινόμενα. Πλημμύρες, mega-πυρκαγιές και καταστροφές στη γεωργική παραγωγή.

Εχει επίσης και επιπτώσεις πολύ σοβαρές, που συνδέονται με την αύξηση της θερμοκρασίας, την άνοδο της στάθμης των υδάτων και τη διάβρωση και ερημοποίηση των εδαφών, οι οποίες θα είναι πολύ περισσότερο μακροπρόθεσμες. Επιπτώσεις που θα εκτείνονται σε δεκαετίες.

Η δική μου αρμοδιότητα σε σχέση με το θέμα αφορά τις πιθανές δημοσιονομικές επιπτώσεις που έχει η ανταπόκριση του κράτους στα φαινόμενα αυτά. Τις επενδύσεις δηλαδή σε πρώτη φάση σε πρόληψη για την προστασία των δασών και αντιπλημμυρική προστασία, στην αναδιάρθρωση του γεωργικού τομέα και στο μεγάλο πρόγραμμα ενίσχυσης και εκσυγχρονισμού της πολιτικής προστασίας που έχει ήδη ξεκινήσει.

Η γνώμη μου είναι ότι οι επενδύσεις στους τομείς αυτούς είναι πολύ μεγάλης δημοσιονομικής αποδοτικότητας. Επίσης το ελληνικό κράτος του παρελθόντος, αυτό που ήδη γνωρίσαμε εδώ και δεκαετίες, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις αυτές.

Η πρόκληση είναι μεγάλη και η ανταπόκριση σε αυτήν απαιτεί υψηλή τεχνοκρατική επάρκεια, αντιγραφειοκρατική νοοτροπία και εξοβελισμό του λαϊκισμού και του κομματισμού στις πολιτικές αποφάσεις που χαράσσουν τις γραμμές των σχετικών σχεδίων.

Και να θυμόμαστε ότι σπανίως οι πολιτικοί δοξάζονται από τον λαό επειδή δεν συνέβη μια καταστροφή γιατί κάποιος την είχε προλάβει. Και αυτό διότι η πρόληψη έχει συνήθως προ πολλού προηγηθεί και κατά κανόνα λησμονηθεί στη δημόσια συζήτηση, ενώ οι πυρκαγιές που σβήνονται πριν κάνουν ζημιά, οι πλημμύρες που δεν γίνονται και οι σοδειές που δεν καταστρέφονται δεν αποτελούν είδηση για τα μέσα ενημέρωσης. Ετσι είναι η ζωή. Ομως είναι χρέος και καθήκον μας να τις προλάβουμε. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της πολιτικής».

Το μοντέλο της βιώσιμης ανάπτυξης ποια στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνει προκειμένου να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες;

«Θα πρέπει να κάνουμε πολιτική κοιτώντας προς το μέλλον και όχι προς το παρελθόν. Αυτό είναι το κλειδί».

Σε αυτή τη νέα κατάσταση ποιος είναι ο ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας;

«Το «Ελλάδα 2.0″ είναι ένα σχέδιο που έδωσε πολύ μεγάλη έμφαση στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Εχουμε πολλά διακριτά έργα που είναι αφιερωμένα σε αυτήν, αμέσως ή εμμέσως. Αντιπλημμυρικά, πολιτική προστασία, αρδευτικά, προγράμματα γεωργικής πολιτικής, προστασία μνημείων, αναδάσωση, προστασία βιοποικιλότητας κ.ά.

Η συνολική τους επενδυτική δαπάνη υπολογίζω ότι προσεγγίζει ή ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ.

Ο κανονισμός μάς δίνει επίσης δυνατότητες αναθεώρησης ώστε στην πορεία να προσθέσουμε και άλλα στη βάση τον εμπειριών του τελευταίου διαστήματος, ενώ και η Επιτροπή ενθαρρύνει δημόσια τα κράτη-μέλη να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες αυτές. Η πρόθεση της κυβέρνησης είναι να το κάνει αυτό το ταχύτερο δυνατόν».

Ο λόρδος Stern από το μακρινό 2008

Ο λόρδος Stern, προβεβλημένος ακαδημαϊκός στην πατρίδα του, τη Μεγάλη Βρετανία, καθηγητής στην LSE, στην ομώνυμη έκθεσή του – δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2008 με πρωτοβουλία της τότε πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εξωτερικών (υπουργός Ντόρα Μπακογιάννη, γενικός γραμματέας Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων & Αναπτυξιακής Συνεργασίας αλλά και ειδικός εκπρόσωπος για την Κλιματική Αλλαγή ο Θεόδωρος Σκυλακάκης) – είχε επιλέξει να αναδείξει και να προβάλει τα οικονομικά της κλιματικής αλλαγής και επέμενε ότι «όσο νωρίτερα αναλάβουμε δράση τόσο μικρότερο θα είναι το κόστος».

Η κλιματική αλλαγή, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οποίας πίεζε ο λόρδος Stern τις κυβερνήσεις, 13 χρόνια μετά έχει μετεξελιχθεί σε κλιματική κρίση, φέρνοντας όλο και πιο μπροστά στα μάτια μας την προοπτική της… Κιβωτού του Νώε.

Στη σύνοψη της έκθεσής του μεταξύ άλλων σημείωνε: «Τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι αν αγνοήσουμε την κλιματική αλλαγή στο τέλος θα βλάψουμε την οικονομική μεγέθυνση.»

» Οι πράξεις μας στις επόμενες λίγες δεκαετίες θα δημιουργήσουν κινδύνους μείζονος διατάραξης της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας προς το τέλος αυτού του αιώνα και στον επόμενο, σε μια κλίμακα παραπλήσια με εκείνη των μεγάλων πολέμων και της οικονομικής ύφεσης του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Οσο νωρίτερα αναλάβουμε δράση τόσο μικρότερο θα είναι το κόστος».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟ ΒΗΜΑ

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Plus
Αντιγριπικό εμβόλιο – Μειώνεται η αποτελεσματικότητά του όσο περνάει ο χρόνος
Plus |

Πόσο μειώνεται η αποτελεσματικότητα του αντιγριπικού εμβολίου - Τι έδειξε έρευνα

Σε παλιότερες αλλά και πιο πρόσφατες μελέτες φαίνεται ότι τα αντισώματα έναντι του ιού της γρίπης  μειώνονται κατά το ένα τρίτο εντός τεσσάρων έως πέντε μηνών  μετά τον εμβολιασμό.

Παγώνη – Όλοι θα κάνουμε τρίτη δόση εμβολίου
Plus |

Όλοι θα κάνουμε 3η δόση εμβολίου - Τι είπε η Παγώνη

Μετά τους ανοσοκατασταλμένους και τους υγειονομικούς, προτεραιότητα για την τρίτη δόση θα έχουν «όσοι εμβολιάστηκαν Γενάρη και Φεβρουάριο», ενώ η κ. Παγώνη εκτίμησε ότι η τρίτη δόση θα γίνεται μετά τους 6-8 μήνες από την ολοκλήρωση του εμβολιασμού - Επιθετική η μετάλλαξη Δέλτα στα παιδιά