Την Ατλέτικο Μαδρίτης υποδέχεται απόψε η Μίλαν, για τη φάση των ομίλων του Champions League, στο πλαίσιο μιας αναμέτρησης που θα φέρει αντιμέτωπη την πιο επιτυχημένη ποδοσφαιρική ομάδα της Ιταλίας με την περσινή πρωταθλήτρια Ισπανίας.

Όμως, η αναμέτρηση έχει ενδιαφέρον και σε οικονομικούς όρους, όπως σπεύδει να εξηγήσει σε ανάλυση του το πρακτορείο Bloomberg, καθώς φέρνει σε αντιπαράθεση ένα νεοϋρκέζικο hedge fund και ένα credit fund με έδρα το Λος Άντζελες.

Η Elliott Management Corp του Πολ Σίνγκερ, με έδρα τη Νέα Υόρκη, ανέλαβε τον έλεγχο της AC Milan to 2018 μετά τη χρεοκοπία του μέχρι τότε ιδιοκτήτη της, του Κινέζου Λι Γιονγκχονγκ. Αντιστοίχως το 34% της πρωταθλήτριας της LaLiga εξαγοράστηκε από μια ομάδα funds υπό την Ares Management Corporation μόλις τον περασμένο Ιούνιο.

Καλώς ήρθες δολάριο!

Βεβαίως, οι περιπτώσεις του Elliott και του Ares δεν είναι μοναδικές, καθώς τα μεγάλα επενδυτικά funds έχοντας γεμάτα τα ταμεία τους έχουν… βγει για ψώνια αναζητώντας ελκυστικές τοποθετήσεις. Πρόκειται για τη νέα τάση της εποχής που έρχεται να αντικαταστήσει την εισροή κεφαλαίων, τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο είτε από διάφορους μεγιστάνες κυρίως από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία είτε από επενδυτές από την Κίνα.

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα επένδυσης από hedge fund κατεγράφη την περασμένη εβδομάδα, όταν η 777 Partners, με έδρα το Μαϊάμι, εξαγόρασε την ιταλική ομάδα της Τζένοα. Το συγκεκριμένο fund διέθετε δε, ήδη μερίδιο στην ισπανική Σεβίλλη. Αν και το μεγαλύτερο deal της χρονιάς παραμένει η συμφωνία του αμερικανικού κολοσσού του CVC Capital Partners με τη διοίκηση της LaLiga, τα… απόνερα του οποίου «έδιωξαν» τον Λιονέλ Μέσι από την Μπαρτσελόνα, οδηγώντας τον τελικά στην Παρί Σεν Ζερμέν.

Πρόκληση η επένδυση στον χώρο 

Το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, παρά την υψηλή δημοτικότητα του, χρειαζόταν πάντα να συγκεντρώνει σημαντικές χρηματοδοτήσεις και δυστυχώς η πανδημία, με τα σκληρά περιοριστικά μέτρα και τα κλειστά γήπεδα, αύξησε σημαντικά τις ανάγκες και τα χρέη των συλλόγων. Αυτός εξάλλου ήταν και ο καταλύτης πίσω από την αποτυχημένη απόπειρα δημιουργίας της Super League, τον περασμένο Απρίλιο, με τη χρηματοδοτική στήριξη της JP Morgan Chase.

Όπως εξηγεί και το Bloomberg η επένδυση στο ποδόσφαιρο συνιστά ένα μόνιμο ρίσκο για τους επενδυτές, λόγω των κακών επιχειρηματικών μοντέλων, των υψηλών χρεών, των αυξημένων μισθών των παικτών και του γεγονός πως το άθλημα βρίσκεται μόνιμα στο έλεος της πολιτικής και των φανατικών οπαδών. Οι αποδόσεις κάθε άλλο παρά εγγυημένες είναι, ειδικά δε, αν μια ομάδα κατέβει κατηγορία.

Ο κλάδος «είναι πολύ ασταθής, η ομάδα μπορεί να υποβαθμιστεί, δεν μπορείς να γνωρίζεις αν ένας συγκεκριμένος παίχτης αποδώσει καλά και η αξία των περιουσιακών στοιχείων είναι δύσκολο να υπολογιστεί» επισημαίνει ο επικεφαλής της συμβουλευτικής Sport Value.

H εμπορευματοποίηση στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο είναι πολλά χρόνια πίσω σε σχέση με τις ΗΠΑ, όπως οι χρηματοπιστωτικές εταιρείες πρέπει να προετοιμαστούν καλά και να κάνουν την επιλογή τους προσεκτικά. «Μια επένδυση στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο σημαίνει πως πρέπει να χτίσεις την αξία της μέσα σε αρκετά χρόνια» εξηγεί χαρακτηριστικά ο ιδρυτής της Orkila Capital.

Διαφορετικές στρατηγικές προσέγγισης

H ίδια η Orkila επέλεξε για το σκοπό αυτό να επενδύσει εσκεμμένα σε ένα μικρότερο σύλλογο. Συγκεκριμένα, συμφώνησε να επενδύσει στη βελγική Μπρυζ καταβάλλοντας αρχικά 30 εκατ. ευρώ για ένα μερίδιο της τάξεως του 23% και προσφέροντας άλλα 20 εκατ. ευρώ σε κεφάλαια κίνησης. Η Μπρυζ ήταν μια ελκυστική περίπτωση, επειδή συμμετέχει τακτικά στο Champions League και έχει και ένα ρόστερ παικτών που πουλά με κέρδος στους μεγάλους ευρωπϊκούς ομίλους.

Συγκριτικά, η γαλλική Ζιροντέν Μπορντό πέρασε πολύ πιο δύσκολα, ακριβώς διότι οι ιδιοκτήτες της δεν ήταν προετοιμασμένοι για την πρόκληση του κλάδου. Ο σύλλογος είχε πουληθεί στην General American Capital Partners, το 2018, ένα χρόνο μετά πέρασε υπό τον έλεγχο ενός έτερου hedge fund, του King Street Capital Management, το οποίο κατά την περσινή κρίση αρνήθηκε να προχωρήσει σε νέα ένεση ρευστότητας στην ομάδα. Τελικά το θρίλερ για την τύχη της Ζιροντέν λύθηκε στις αρχές του καλοκαιριού, όταν ο επιχειρηματίας Τζεράρ Λοπέζ κατέληξε να σώσει τη γαλλική ομάδα.

Όπως η Μίλαν, έτσι και η ανταγωνιστική της Ίντερ βρισκόταν σε μεγάλη οικονομική πίεση, παρά το γεγονός ότι κατάφερε να κερδίσει και το πρώτο της ιταλικό πρωτάθλημα σε μια δεκαετία. Οι ιδιοκτήτες της Μίλαν συμφώνησαν τελικά σε μια συμφωνία ύψους 275 εκατ. ευρώ με το μεγάλο fund της Oaktree Capital Group, τον περασμένο Μάιο, με βάση την οποία η Oaktree θα συνεργαστεί για την ώρα με το σημερινό ιδιοκτήτη της, την Suning Holdings Group. Όμως, αν η Suning δεν καταφέρει να αποπληρώσει τα χρέη της μέσα σε μια τριετία, το αμερικανικό fund θα αναλάβει τον έλεγχο της ομάδας.

Η καλύτερη λύση, σύμφωνα με το δημοσίευμα είναι η επένδυση σε διαφορετικές ομάδες, διαφορετικού μεγέθους και σε διαφορετικές χώρες, έτσι ώστε ρίσκο και έσοδα να εξισορροπούνται. Μια τέτοια προσέγγιση ακολουθεί η City Football Group, ιδιοκτήτης της βρετανικής Μάντσεστερ Σίτι, της ιαπωνικής Γιοκοχάμα Φ. Μαρίνος, της ισπανικής Ζιρόνα, στη δεύτερη κατηγορία και ομάδων στις ΗΠΑ.

Το 2019, το αμερικανικό equity της Silver Make Management κατέβαλε 500 εκατ. δολάρια για την απόκτηση του 10% της εταιρείας, που ελέγχεται στην πλειοψηφία του από τον Σεϊχη του Άμπου Ντάμπι, Μανσούρ μπιν Ζαγιέντ αλ-Ναγιάν.

Μια άλλη περίπτωση είναι αυτή της επίσης αμερικανικής Pacific Media Group, η οποία διαθέτει μερίδια σε μια σειρά από μικρούς ευρωπαϊκούς συλλόγους, όπως η βρετανική Μπάρνσλεϊ, η γαλλική Νανσί και η βελγική Οστένδη.

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Business of Sport
Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν – Ο Σαουδάραβας διάδοχος που έρχεται να μεταμορφώσει τη Νιούκαστλ
Business of Sport |

Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν: Ο Σαουδάραβας διάδοχος που έρχεται να μεταμορφώσει τη Νιούκαστλ

Το όνομά του έχει αναμειχθεί στην πολύκροτη δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι. Η περιουσία του είναι αμύθητη ενώ οι εχθροί του τον αποκαλούν «μικρό Σαντάμ».