Η μείωση του γεωστρατηγικού κινδύνου, ο περιορισμός της ρευστότητας και η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας είναι τα τρία θέματα που πρέπει να παρακολουθήσουμε εάν θέλουμε να αντιληφθούμε τη διεθνή (και εγχώρια) εξέλιξη του οικονομικού περιβάλλοντος.

Η εκεχειρία στον πόλεμο στη Γάζα είναι ένα σημαντικό ορόσημο. Η περιοχή μας, η ΝΑ Μεσόγειος, είναι μεσομακροπρόθεσμα ασταθής περιοχή με κινδύνους αλλά και ευκαιρίες για εμάς. Προς το παρόν είναι αισθητή η μείωση της έντασης που προκάλεσε η έκρηξη του πολέμου Ισραήλ – Χαμάς, γεγονός που διαφυλάσσει τη μεσομακροπρόθεσμη βελτίωση των σχέσεων Ιράν – Αραβικών χωρών – Ισραήλ – ΗΠΑ η οποία διαφυλάχθηκε πολύ προσεκτικά. Οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται ότι επιβάλλεται ένας επαναπροσδιορισμός του ενεργού ρόλου τους στην περιοχή αφού φαίνεται ότι όσο δεν δημιουργείται η σταθερότητα ενός Παλαιστινιακού κράτους, η περιοχή θα είναι γεωστρατηγικά ασταθής.

Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με το Ουκρανικό όπου το πεδίο εμφανίζει πλέον μία σχετική σταθερότητα. Είναι απαραίτητο η Δύση να επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει πλέον επιτυχία και ποιος μπορεί να είναι ο επιδιωκόμενος στόχος. Είναι όμως βέβαιο ότι και εδώ ο γεωστρατηγικός κίνδυνος έχει μειωθεί. Ωστόσο για τις γεωστρατηγικές εντάσεις στην περιοχή μας που βρίσκονται σε ύφεση ας περιμένουμε να δούμε πώς η Τουρκία θα διαχειριστεί τη θέση της.

Ταυτοχρόνως διερχόμαστε περίοδο «σφιξίματος» της ρευστότητας στις διεθνείς αγορές, που συρρικνώνονται σε όρους τρισεκατομμυρίων ευρώ, κυρίως μέσω της αύξησης των επιτοκίων και της ελάττωσης των ισολογισμών των Κεντρικών Τραπεζών.

Μάλιστα έχει αρχίσει μία συζήτηση (P. Krugman), στους διεθνείς κύκλους, ότι έγινε λανθασμένη εκτίμηση της φύσης και της πραγματικής δυναμικής του πληθωρισμού, που ξεκίνησε με το άνοιγμα της COVID-19 και ότι στις ΗΠΑ υπάρχουν ενδείξεις μέχρι και αποπληθωρισμού με το ποσοστό ανεργίας να είναι πολύ μικρό! Προς το παρόν κρατούμε τις δύο όψεις του νομίσματος: Αφενός μεν τα υψηλά επιτόκια σπρώχνουν την οικονομία προς τα κάτω και από την άλλη διαγράφονται προοπτικές μείωσής τους. Ομως η παράταση της συρρικνούμενης ρευστότητας αναγκαστικά θα αυξήσει τα περιστατικά πτωχεύσεων, θα επιβραδύνει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αυξήσουν τους μισθούς των εργαζομένων και σε συνδυασμό με το πληθωριστικό κενό (πρώτα πληθωρισμός, μετά αυξήσεις μισθών) θα οδηγήσει τα νοικοκυριά να χρησιμοποιούν τις αποταμιεύσεις τους (συμβαίνει ήδη στην Ελλάδα, ενώ στην Ευρώπη υπάρχουν περισσότερα περιθώρια).

Ομως η ευρωπαϊκή (και η ελληνική) ανάπτυξη πέραν των θετικών επιρροών της προσωρινής έστω μείωσης του γεωστρατηγικού ρίσκου και των αρνητικών επιρροών της σύσφιξης ρευστότητας αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Οι σημαντικότερες από αυτές συνδέονται α) με την έντονη ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ ως χώρας προσέλκυσης νέων επενδύσεων, κυρίως στη βιομηχανία, και τις προκαλούμενες μεταβολές και β) τη βραχυχρόνια μεταβολή του παραγωγικού προτύπου που προκαλεί η μεταβολή του διαθέσιμου ενεργειακού μείγματος λόγω κυρίως έλλειψης πρώτων υλών, επενδύσεων υποδομών (δίκτυα) και δυνατοτήτων ενεργειακής αποταμίευσης. Συγχρόνως αντιμετωπίζει μια κυκλικού τύπου ύφεση που θα την οδηγήσει σε πολύ χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ευτυχώς όχι για την Ελλάδα. Οι αντίρροπες αυτές τάσεις θα διαμορφώσουν τη συνέχεια.

*Ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης είναι ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Academia
Συνέδριο ΟΠΑ: «50 χρόνια μετά –Τα οικονομικά της δικτατορίας»
Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών |

Συνέδριο στο ΟΠΑ «50 χρόνια μετά –Τα οικονομικά της δικτατορίας»

Mε μεγάλη επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του συνεδρίου με θέμα «50 χρόνια μετά: Τα οικονομικά της Δικτατορίας» που διοργάνωσε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι δείκτες που γεννούν προσδοκίες για μείωση των επιτοκίων
Academia |

Οι δείκτες που γεννούν προσδοκίες για μείωση των επιτοκίων

Οι οικονομικές προκλήσεις της Ευρώπης οφείλονται στη μικρότερη δημοσιονομική στήριξη σε σχέση με τις ΗΠΑ, στους αγώνες των καταναλωτών με το υψηλό κόστος ενέργειας και τροφίμων και στο αυξημένο κόστος δανεισμού