Πληθαίνουν οι προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην ευρωπαϊκή οικονομία ο πόλεμος στη Μ. Ανατολή. Οι επόμενες τέσσερις εβδομάδες θα είναι κρίσιμες, και είναι αυτές που θα καθορίσουν εάν η ευρωζώνη αντιμετωπίζει μια νέα κρίση ή απλώς ένα μικρό πρόσκομμα στην πορεία προς την ανάκαμψη.
Αυτό είναι το διάστημα το οποίο, σύμφωνα με τον Ντόναλντ Τραμπ, θα διαρκέσουν οι επιθέσεις στο Ιράν – ωστόσο, ο αμερικανός πρόεδρος δεν έχει προβλέψει μια γενίκευση του πολέμου στην περιοχή από την απάντηση της Τεχεράνης.
Ο Κάρστεν Μπρζέσκι της ING προειδοποιεί ότι ένα μεγαλύτερο διάστημα υπάρχει κίνδυνος να σαμποτάρει την νεοσύστατη αναβίωση της οικονομίας της ευρωζώνης και να επαναφέρει τις πληθωριστικές πιέσεις. Η εξάρτηση από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο από την περιοχή καθιστά την ΕΕ την «πιο εκτεθειμένη μεγάλη οικονομία» στις επιπτώσεις του Ιράν, είπε χαρακτηριστικά, σύμφωνα με το Bloomberg.
«Εάν η σύγκρουση είναι βραχύβια και οι τιμές ενέργειας αυξηθούν μόνο για λίγο, η ζημιά θα περιοριστεί», δήλωσαν οι Αντόνιο Μπαρόζο και Σιμόνα Ντέλε Κιάιε της Bloomberg Economics. «Ομως, ένας παρατεταμένος πόλεμος που διατηρεί τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου υψηλές θα μπορούσε να αναγκάσει τις κυβερνήσεις να δαπανήσουν περισσότερα για να προστατεύσουν τους ψηφοφόρους τους από την αύξηση του κόστους — και να θέσει υπό πίεση τους νυν ηγέτες».
Καθοριστικές οι τιμές του πετρελαίου
Δεν υπάρχει ακόμη πανικός ότι η ευρωζώνη εκτρέπεται από την πορεία της, εκτιμούν οι αναλυτές. Ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, λέει ότι θα συνεχίσει να βασίζει τις προβλέψεις του στις τιμές Brent, οι οποίες κατά μέσο όρο διαμορφώνονται στα 65-70 δολάρια το βαρέλι, ακόμη και μετά την άνοδό τους πάνω από τα 80 δολάρια τη Δευτέρα, και κάνει λόγο για «βραχυπρόθεσμη άνοδο».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι ο Τραμπ έχει κάθε λόγο να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να αποτρέψει μια αύξηση των τιμών της ενέργειας με διάρκεια. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε στον ίδιο πρόβλημα στο εσωτερικό της Αμερικκής, την ώρα που οι Αμερικανοί ψηφοφόροι τον κατηγόρησαν ήδη για τις υψηλές τιμές καταναλωτή πριν από τις επιθέσεις κατά του Ιράν και ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Το Ιράν, επίσης, έχει ισχυρά κίνητρα για να αποφύγει υπερβολικές εντάσεις στο Στενό του Ορμούζ — τη δίοδο για το 25% περίπου του παγκόσμιου θαλάσσιου πετρελαίου και φυσικού αερίου.
«Η Κίνα -η οποία, μαζί με τη Ρωσία, είναι η μόνη σημαντική δύναμη που υποστηρίζει το Ιράν- εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτήν τη θαλάσσια οδό για τις εισαγωγές πετρελαίου της και θα ασκήσει πίεση στην Τεχεράνη να μην την θέσει σε κίνδυνο», δήλωσε στο Bloomberg ο οικονομολόγος της UniCredit, Edoardo Campanella.
Τι λέει το Bloomberg Economics
«Το χτύπημα ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και τα αντίποινα της Τεχεράνης έχουν ήδη ωθήσει το πετρέλαιο προς τα 80 δολάρια το βαρέλι, από έναν μέσο όρο 65 δολαρίων πριν από την κλιμάκωση. Θα μπορούσε να φτάσει τα 100 δολάρια εάν διακοπεί η τροφοδοσία μέσω του Στενού του Ορμούζ. Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν επίσης κινηθεί υψηλότερα, με ανοδικούς κινδύνους εάν η σύγκρουση ενταθεί. Η εξέταση αυτών των σεναρίων μέσω του εσωτερικού οικονομικού μας μοντέλου δείχνει ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα είναι ανοδικός και το ΑΕΠ θα μειωθεί στις μεγάλες προηγμένες οικονομίες, πυροδοτώντας αντικρουόμενες παρορμήσεις για τις κεντρικές τράπεζες», εκτιμούν οι αναλυτές Jamie Rush, Björn van Roye και Ziad Daoud.
H EKT
Ενώ οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της ΕΚΤ, Γκαμπριέλ Μακλούφ και Μάρτιν Κόχερ, δήλωσαν ότι είναι πρόωρο να κρίνει κανείς τι σημαίνουν οι επιθέσεις του σαββατοκύριακου για την οικονομία, ο Βέλγος Πιερ Βουνς εξήγησε τι θα μπορούσε να σημαίνει ένας παρατεταμένος πόλεμος.
«Σίγουρα δεν θα βιαζόμουν να αντιδράσω σε τυχόν κινήσεις στις τιμές της ενέργειας», είπε. Αλλά «αν διαρκέσει περισσότερο, αν η αύξηση των τιμών της ενέργειας είναι υψηλότερη, τότε θα πρέπει να ελέγξουμε τα μοντέλα μας και να δούμε τι θα συμβεί».
Παρά το πιθανό πλήγμα στην ευρωπαϊκή οικονομία, η απότομη αύξηση του κόστους των βασικών προϊόντων θα αποδειχθεί καθαρά πληθωριστική, δήλωσε ο Βουνς.
Καμπανάκι κινδύνου για τις επιπτώσεις ενός παρατεταμένου πολέμου στη Μέση Ανατολή στην ευρωπαϊκή οικονομία έκρουσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Φίλιπ Λέιν, ο οποίος προειδοποίησε για «σημαντική αύξηση» του πληθωρισμού και «απότομη πτώση της παραγωγής» στην ευρωζώνη.
Ο Φίλιπ Λέιν δήλωσε στους FT ότι «νομοτελειακά, η άνοδος των τιμών της ενέργειας ασκεί ανοδική πίεση στον πληθωρισμό, ειδικά στο βραχυπρόθεσμο διάστημα», και ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν «αρνητική» για την ανάπτυξη.
Το μέγεθος του σοκ από τη Μέση Ανατολή θα εξαρτηθεί «από την έκταση και τη διάρκεια της σύγκρουσης», δήλωσε και ο Λέιν από την πλευρά του. Πρόσθεσε ότι «ο αντίκτυπος θα ενισχυθεί εάν οδηγήσει επίσης σε ανατιμολόγηση του κινδύνου στις χρηματοπιστωτικές αγορές».
Ο Λέιν δήλωσε ότι δεν βλέπει κανένα λόγο να αλλάξει η στάση της κεντρικής τράπεζας: «Νομίζω ότι η τρέχουσα κατάσταση είναι ικανοποιητική».
Εξαιρουμένου ενός μεγάλου και διαρκούς σοκ από τη Μέση Ανατολή, η οικονομία της ευρωζώνης «αναπτύσσεται κοντά στο δυναμικό της», δήλωσε ο Λέιν, προσθέτοντας ότι δεν βλέπει σημαντικούς κινδύνους υπερθέρμανσης.
Νωρίτερα οι traders στοιχημάτισαν σε πρόσθετες μειώσεις των επιτοκίων από την ΕΚΤ φέτος.
Σύμφωνα με στοιχεία του Reuters, οι επενδυτές εκτιμούν επί του παρόντος ότι υπάρχει 88% πιθανότητα η ΕΚΤ να διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα στο 2% φέτος.
Κακή συγκυρία
Η χρονική στιγμή είναι ιδιαίτερα ατυχής για την Ευρώπη, όπου τα αποθέματα είναι ήδη ασυνήθιστα χαμηλά, πράγμα που σημαίνει ότι η περιοχή θα χρειαστεί να εισάγει μεγάλους όγκους LNG αυτό το καλοκαίρι για να ξαναγεμίσει τις δεξαμενές της πριν από τον επόμενο χειμώνα, επισημαίνουν οι οικονομολόγοι.
Κατά γενικό κανόνα, ένα μόνιμο σοκ για το πετρέλαιο στα 10 δολάρια το βαρέλι θα αύξανε τον πληθωρισμό της ευρωζώνης κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες, εκτιμά η Morgan Stanley, ενώ η οικονομική ανάπτυξη θα ήταν 0,15 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη.
Προς το παρόν, οι περισσότεροι δεν βλέπουν την άνοδο του πετρελαίου ως κάτι μόνιμο. «Οι επενδυτές ενεργούν με προσοχή και στοιχηματίζουν σε μια σχετικά σύντομη σύγκρουση», δήλωσε ο Tobias Basse της NordLB. Τόνισε ότι ο δείκτης αναφοράς DAX της Γερμανίας – που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στις 24.638 – «παραμένει επικεντρωμένος στο ψυχολογικά σημαντικό όριο των 25.000 μονάδων». Παρόμοια άποψη διατυπώνει και η BlackRock.



































