Αμετάβλητοι παραμένουν οι στόχοι για τις τράπεζες στα αποτελέσματα της εφετινής χρήσης, παρά την κρίση στη Μέση Ανατολή και τη μακροοικονομική της επίδραση στις αγορές που δραστηριοποιούνται.
Μεταξύ άλλων προβλέπονται υψηλοί ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης, καθώς και άνοδος των εσόδων από μη τοκοφόρες εργασίες, σε συνέχεια και των εξαγορών που έχουν ήδη γίνει ή θα ολοκληρωθούν τους επόμενους μήνες.
Πρόκειται για το κεντρικό μήνυμα των διοικήσεων των συστημικών ομίλων προς την επενδυτική κοινότητα κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων του α΄ τριμήνου 2026.
Οι εκτιμήσεις τους στηρίζοναι στην υπόθεση ότι το αργότερο μέχρι το τέλος του α΄ εξαμήνου θα υπάρξει συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που θα οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών.
Οι τράπεζες και το ενδεχόμενο θετικής αναθεώρησης
Σε αυτό το σενάριο, στις τράπεζες θεωρούν πως η επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης στις οικονομίες που έχουν παρουσία θα είναι περιορισμένη και ότι η όρεξη για επενδύσεις θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα.
Μάλιστα, δεν αποκλείουν κατά τις ανακοινώσεις των μεγεθών τους για το β΄ τρίμηνο του 2026, πριν τις καλοκαιρινές διακοπές, να προχωρήσουν σε προς τα πάνω αναθεώρηση των προβλέψεων για το σύνολο της εφετινής χρονιάς.
Tο 2025, παρ΄ ότι το κόστος χρήματος μειώθηκε κατά τουλάχιστον 100 μονάδες βάσης κατά μέσο όρο σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη χρονιά, τα καθαρά κέρδη των τραπεζών αυξήθηκαν

Άλλωστε, όπως επισημαίνουν σχετικά αναλυτές, η αρχική καθοδήγηση ήταν συντηρητική. Από την άλλη, παραμένει θολό το τοπίο προς το παρόν για το μακροοικονομιικό περιβάλλον του 2027, γεγονός που καθιστά τα τραπεζικά στελέχη πιο επιφυλακτικά στη διατύπωση προβλέψεων.
Η ικανοποίηση
Αναμφίβολα, στα ανώτατα διοικητικά κλιμάκια των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων επικρατεί ικανοποίηση για το γεγονός ότι πέρασαν τον κάβο της χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, χωρίς να υποχωρήσουν τα κέρδη τους.
Το 2025, παρ΄ ότι το κόστος χρήματος μειώθηκε κατά τουλάχιστον 100 μονάδες βάσης κατά μέσο όρο σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη χρονιά, τα καθαρά τους κέρδη αυξήθηκαν.
Μπορεί το έντοκο εισόδημα να υποχώρησε, η μείωσή του ωστόσο περιορίστηκε σε μονοψήφια ποσοστά, κατά κύριο λόγο χάρις στους υψηλούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης και στη στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου που εφάρμοσαν εγκαίρως οι ελληνικές τράπεζες.
Eurobank, Εθνική και Πειραιώς εμφάνισαν στο α΄ τρίμηνο 2026 καθαρά έσοδα από τόκους ύψους 1,69 δισ. ευρώ.
Ταυτόχρονα, αυξήθηκαν σημαντικά τα καθαρά έσοδα από προμήθειες, με τους τομείς του asset management και του bancassurance να συμβάλλουν περισσότερο στα σχετικά μεγέθη, ενώ ρόλο έπαιξε και ο μεγάλος όγκος νέων χορηγήσεων.
Πλέον, οι τάσεις στα έσοδα από τόκους έχουν αντιστραφεί, καθώς όχι μόνο σταμάτησε η υποχώρηση των δεικτών euribor, αλλά κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα σε τριμηνιαία βάση λόγω των προσδοκιών για αυξήσεις στα επιτόκια της ΕΚΤ.
Το α΄ τρίμηνο 2026
Ως προς τις επιδόσεις των συστημικών ομίλων στο ξεκίνημα της νέας χρονιάς, τρεις από αυτούς έχουν μέχρι στιγμής προβεί στις σχετικές ανακοινώσεις.
Eurobank, Εθνική και Πειραιώς εμφάνισαν στο α΄ τρίμηνο 2026 καθαρά έσοδα από τόκους ύψους 1,69 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για επίπεδα οριακά αυξημένα τόσο σε ετήσια (+1,12%), όσο και σε τριμηνιαία βάση (+1,92%).
Η πιστωτική επέκταση προσέγγισε αθροιστικά τα 3 δισ. ευρώ.
Την ίδια περίοδο τα καθαρά έσοδα από προμήθειες διαμορφώθηκαν σε 527 εκατ. ευρώ, υψηλότερα κατά 21% ετησίως.
Από την άλλη στα λειτουργικά έξοδα σημειώθηκε συγκρατημένη άνοδος, παρά την ενοποίηση των μεγεθών εταιρειών που εξαγοράστηκαν, τον πληθωρισμό, την αναπόφευκτη λόγω των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης των εργασιών άνοδο των δαπανών και τις αυξήσεις στο μισθολογικό κόστος.

Κι αυτό διότι υπήρξε εξοικονόμηση πόρων από τα προγράμματα εθελουσίας εξόδου που ολοκληρώθηκαν πέρυσι.
Έτσι, οι δαπάνες λειτουργίας διαμορφώθηκαν για τους τρεις ομίλους σε 822 εκατ. ευρώ, υψηλότερα κατά 9% έναντι του α΄ τριμήνου 2025.
Ταυτόχρονα, παρέμεινε αμετάβλητο σε ετήσια βάση το κόστος για τον πιστωτικό κίνδυνο.
Τέλος, μειώθηκαν κατά 83 εκατ. ευρώ τα έκτακτα αποτελέσματα.
Ως αποτέλεσμα όλων των παραπάνω μεταβολών Eurobank, Εθνική και Πειραιώς πέτυχαν αθροιστικά καθαρά κέρδη της τάξης των 885 εκατ. ευρώ, υψηλότερα κατά 3,54% σε τριμηνιαία βάση, αλλά χαμηλότερα κατά 9% ή 85 εκατ. ευρώ σε σχέση με το ίδιο διάστημα το 2025.
Η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων παρέμεινε στη ζώνη του 15%.





































