Σε σημαντική μεγέθυνση του χαρτοφυλακίου τίτλων σταθερού εισοδήματος προχώρησαν στο α΄ τρίμηνο του 2026 οι ελληνικές τράπεζες με την αξιοποίηση μέρους της πλεονάζουσας ρευστότητάς τους.
Στόχο των κινήσεών τους αποτελεί η παροχή μίας πρόσθετης, στήριξης στα καθαρά έσοδα από τόκους, πεέραν εκείνης που προσφέρουν οι εργασίες στα δάνεια.
Ταυτόχρονα, δημιουργούνται ζώνες άμυνας για την προστασία της οργανικής κερδοφορίας σε περιόδους έντονων αλλαγών στη νομισματική πολιτική.
Ειδικότερα, στις τρεις συστημικές τράπεζες που έχουν μέχρι στιγμής ανακοινώσει τα σχετικά μεγέθη, η αξία των ομολογιακών τίτλων που έχουν στην κατοχή τους αυξήθηκε συνολικά κατά 8,2 δισ. ευρώ ή 12% σε σχέση με τα τέλη του 2025.
Τα χαρτοφυλάκια
Αναλυτικότερα, οι μεταβολές στο χαρτοφυλάκιο χρεογράφων τους ήταν οι εξής:
Eurobank
Η αξία του στο τέλος του περασμένου Μαρτίου διαμορφώθηκε σε 28,2 δισ. ευρώ, υψηλότερα κατά 2,8 δισ. ευρώ σε τριμηνιαία βάση.
Από αυτή τη μεταβολή, το 1 δισ. ευρώ προήλθε από αύξηση θέσεων σε ελληνικούς τίτλους, τα 1,1 δισ. ευρώ από κυπριακούς και τα 700 εκατ. ευρώ από βουλγαρικούς.
Από το σύνολο των ομολόγων, το 21% είναι εγχώριοι κρατικοί τίτλοι.
Σύμφωνα με τη διοίκηση της τράπεζας, δεν υπάρχουν προς το παρόν άλλα πλάνα μεγέθυνσης του σχετικού χαρτοφυλακίου, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι δεν θα γίνουν νέες κινήσεις εάν εντοπιστούν ευκαιρίες.
Εθνική Τράπεζα
Κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στην αξία του χαρτοφυλακίου ομολόγων στο α΄ τρίμηνο του 2026.
Συγκεκριμένα, διαμορφώθηκε σε 24,2 δισ. ευρώ, με άνοδο 3,2 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2025.
Το μεγαλύτερο μέρος, περί τα 16,5 δισ. ευρώ είναι ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, ενώ 19,1 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται ως Held To Collect, δηλαδή θα διακρατηθούν ως πηγή εισοδήματος.
Τράπεζα Πειραιώς
Το χαρτοφυλάκιο χρεογράφων αυξήθηκε κατά 2,2 δισ. ευρώ σε τριμηνιαία βάση, στα επίπεδα των 20,4 δισ. ευρώ.
Η αύξηση προήλθε σχεδόν εξ ολοκλήρου από την ενίσχυση των θέσεων σε κρατικά ομόλογα της ΕΕ, που έφτασε τα 2 δισ. ευρώ.
Από την άλλη, οι τοποθετήσεις σε εγχώριους κρατικούς τίτλους διαμορφώθηκαν στα 11,3 δισ. ευρώ, υψηλότερα κατά 300 εκατ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2025, ενώ οι λοιπές επενδύσεις μειώθηκαν κατά 200 εκατ. ευρώ περίπου.
Ο κίνδυνος αγοράς
Σημειώνεται πως δεν είναι λίγες οι φορές που τα προηγούμενα χρόνια η Τράπεζα της Ελλάδος εξέφραζε τον προβληματισμό της για τη μεγάλη έκθεση των συστημικών ομίλων σε εγχώριους κρατικούς τίτλους.
Κι αυτό λόγω της ισχυρής σύνδεσης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας με τη δημοσιονομική πορεία της χώρας.
Ωστόσο, πλέον αναγνωρίζει τη διαφοροποίηση που έχουν πετύχει στα χαρτοφυλάκιά τους.
Στην τελευταία της έκθεση σημειώνει πως το μερίδιο των κρατικών ομολόγων τρίτων χωρών βαίνει αυξανόμενο.
Μάλιστα, τονίζει πως το μεγαλύτερο μέρος των ομολόγων (85%) αφορά τίτλους που διακρατούνται μέχρι τη λήξη τους και αποτιμώνται στο αποσβεσμένο κόστος (at amortised cost) και όχι στην εύλογη αξία (fair value).
Κατά συνέπεια, οι ημερήσιες μεταβολές των τιμών δεν επηρεάζουν τη λογιστική αξία τους, ενώ επιπρόσθετα ο κίνδυνος αγοράς μετριάζεται από τις πολιτικές αντιστάθμισης του επιτοκιακού κινδύνου που εφαρμόζουν.
Από τα επιμέρους στοιχεία που παρουσιάζει η νομισματική αρχή, προκύπτουν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα συμπεράσματα:
– Το σύνολο των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου (συμπεριλαμβανομένων των εντόκων γραμματίων) που διακρατούν οι ελληνικές τράπεζες ανήλθε το Δεκέμβριο του 2025 σε 34,3 δισ. ευρώ (περίπου 9% του ενεργητικού τους), μειωμένο κατά 87,2 εκατ. ευρώ (0,3%) σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2024, αλλά υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία (16,5 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2019).
Επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο της αξιολόγησης του επιτοκιακού κινδύνου του χαρτοφυλακίου ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, μια δυνητική αύξηση του γενικού επιπέδου των επιτοκίων (general level of interest rates) κατά 1 μ.β. (PV01) θα επέφερε ζημία ύψους 25,4 εκατ. ευρώ για το σύνολο των ελληνικών τραπεζών, έναντι ζημίας 26,9 εκατ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2024.
Αντίστοιχα, η επίδραση μιας δυνητικής αύξησης των πιστωτικών περιθωρίων (credit spreads) κατά 1 μ.β. (CS01) θα επέφερε ζημία ύψους 27,2 εκατ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2025, έναντι ζημίας ύψους 29,6 εκατ. ευρώ το Δεκέμβριο του 2024.
Εντούτοις, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επίπτωση στα αποτελέσματα ή τα κεφάλαια των τραπεζών θα περιοριζόταν σε 1,9 εκατ. ευρώ, σε καθεμία περίπτωση για τις προαναφερθείσες μεταβολές επιτοκίων (PV01 και CS01), που αφορά τίτλους του ελληνικού δημοσίου οι οποίοι αποτιμώνται στην εύλογη αξία (Fair value through Profit and Loss or through Other Comprehensive Income (OCI)) και των οποίων η μεταβολή αξίας αποτυπώνεται άμεσα στα κεφάλαια ή τα κέρδη χρήσης.

















![Samsung Electronics: Η δεύτερη ασιατική εταιρεία στο club του τρισεκατομμυρίου [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/ot_logos_technology.png)



















