Ακάθεκτες συνεχίζουν οι ελληνικές τράπεζες την εκδοτική τους δραστηριότητα μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, εξασφαλίζοντας με άνεση τα ποσά που έχουν μέχρι στιγμής ζητήσει από τις αγορές ομολόγων.
Όπως λένε αναλυτές, ο εγχώριος τομέας αξιολογείται ως εξαιρετικά ανθεκτικός από την επενδυτική κοινότητα, καθώς διαθέτει πλέον ισχυρές άμυνες κόντρα στις συνθήκες αβεβαιότητας που επικρατούν διεθνώς.
Επιπλέον, δραστηριοποιείται σε χώρες που εμφανίζουν αισθητά μεγαλύτερους του μέσου όρου της Ευρωζώνης ρυθμούς ανάπτυξης, καθιστώντας δυνατή τη διατήρηση της κερδοφορίας τους στα πολυετή υψηλά των τελευταίων χρήσεων.
Μετά την επίθεση των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, οι έξοδοι στις αγορές σταμάτησαν προσωρινά
Η ΤτΕ για τις ελληνικές τράπεζες
Την ανθεκτικότητα του τομέα εν μέσω διεθνούς κρίσης αναδεικνύει και η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που έδωσε χθες στη δημοσιότητα.
Όπως επισημαίνεται σχετικά, οι προοπτικές του παραμένουν θετικές, καθώς «τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη λειτουργούν ως αντίβαρο στην αυξημένη αβεβαιότητα και τους εξωγενείς κινδύνους».
Σύμφωνα με τη νομισματική αρχή, η ρευστότητα που διαθέτουν τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, σε συνδυασμό με την απρόσκοπτη πρόσβασή τους στη διατραπεζική αγορά και τις κεφαλαιαγορές μετά από τις διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής τους διαβάθμισης, έχει ενισχύσει τις αντοχές τους σε ενδεχόμενες διαταραχές.
Η εκδοτική δραστηριότητα εκκινήθηκε εκ νέου μετά από ένα σύντομο διάλλειμμα μερικών εβδομάδων
Θετικό ξεκίνημα
Η θετική πορεία στα παραπάνω μέτωπα αποτυπώθηκε στις νέες εκδόσεις ομολογιακών τίτλων, στις οποίες προχώρησαν το πρώτο δίμηνο της εφετινής χρονιάς συστημικοί όμιλοι.
Σε αυτές ο βαθμός κάλυψης ήταν πολύ υψηλός, με τη συμμετοχή ποιοτικών επενδυτών, γεγονός που πίεσε τα επιτόκιά τους σε ακόμη πιο χαμηλά επίπεδα.
Μετά την επίθεση των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, οι έξοδοι στις αγορές σταμάτησαν προσωρινά.
Μπορεί το τοπίο να παραμένει ακόμη θολό για την εξέλιξη του πολέμου, ωστόσο η εκδοτική δραστηριότητα εκκινήθηκε εκ νέου μετά από ένα σύντομο διάλλειμμα μερικών εβδομάδων.
Δύο ελληνικές τράπεζες προχώρησαν στην έκδοση ομολόγων
Η πρώτη απόπειρα
Συγκεκριμένα, δύο ελληνικές τράπεζες προχώρησαν στην έκδοση ομολόγων, στο πλαίσιο της στρατηγικής τους για κάλυψη των χρηματοδοτικών τους αναγκών και για την αποτελεσματική διαχείριση του παθητικού τους, στη βάση και της υποχρέωσης για τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL).
Η πρώτη κίνηση ήλθε από τη Eurobank στα μέσα Απριλίου, με τη διάθεση ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας, ύψους 400 εκατ. ευρώ, μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης.
Η διοίκηση της τράπεζας επέλεξε τη λύση του private placement για να μειώσει το ρίσκο της συναλλαγής. Έτσι, αντί να απευθύνει η ίδια κάλεσμα στην επενδυτική κοινότητα, το έκανε η Morgan Stanley για λογαριασμό της.
Ο τίτλος που διατέθηκε λήγει στις 17 Ιουλίου 2029, ενώ παρέχεται στην τράπεζα η ευχέρεια ανάκλησής του ένα χρόνο νωρίτερα. Το κουπόνι διαμορφώθηκε σε 3,50%.
Το 70% των ομολογιών κατανεμήθηκε σε Διαχειριστές Κεφαλαίων (Asset Managers), ενώ το 18% σε τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων και Private Banks. Η συντριπτική πλειονότητα των επενδυτών (95%) ήταν ξένοι.
Η επιβεβαίωση
Ακολούθησε λίγες ημέρες αργότερα η Alpha Bank, η οποία προχώρησε στην έκδοση πράσινου ομολογιακού δανείου υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (Senior Preferred Bond) ύψους 600 εκατ. ευρώ.
Οι συνολικές προσφορές ξεπέρασαν τα 1,5 δισ. ευρώ, οδηγώντας σε υπερκάλυψη του αρχικού στόχου σχεδόν κατά 3 φορές μέσω της διαδικασίας διεθνούς βιβλίου προσφορών.
Αυτό έριξε την τελική απόδοση σε σχέση με το αρχικό guidance.
Ο τίτλος είναι διάρκειας 6 ετών με δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης στα 5 έτη, φέρει σταθερό επιτόκιο 3,75%, ενώ η απόδοσή του διαμορφώθηκε στο 3,844%, ήτοι 95 μονάδες βάσης πάνω από το αντίστοιχο mid-swap.
Ευρεία ήταν γεωγραφική και ποιοτική διασπορά της ζήτησης. Συμμετείχαν περισσότεροι από 100 θεσμικοί επενδυτές, ενώ το 80% της έκδοσης κατανεμήθηκε σε σχήματα του εξωτερικού.
Το ξεκίνημα του 2026
Μέσα στο 2026, πριν την αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή στα τέλη Φεβρουαρίου, οι ελληνικές τράπεζες ήταν ιδιαίτερα δραστήριες στην αγορά ομολόγων.
Σε αυτό το διάστημα άντλησαν περί τα 2,3 δισ. ευρώ, μέσω των ακόλουθων εκδόσεων:
– Η Eurobank στα τέλη Ιανουαρίου άντλησε 400 εκατ. ευρώ μέσω ομολόγων μειωμένης εξασφάλισης (Tier 2) σταθερού επανακαθοριζόμενου επιτοκίου, με ημερομηνία λήξης στις 29 Απριλίου 2037 και δυνατότητα ανάκλησης από τις 29 Ιανουαρίου 2032 ως και τις 29 Απριλίου 2032 (11.25ΝC6.25).
Το ετήσιο τοκομερίδιο διαμορφώθηκε σε 4,125%, με το βαθμό υπερκάλυψης της έκδοσης να φτάνει τις 9,5 φορές (συνολική ζήτηση 3,8 δισ. ευρώ).
– Την ίδια περίοδο προχώρησε σε έκδοση πράσινου ομολόγου υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας η Εθνική Τράπεζα, αντλώντας 600 εκατ. ευρώ με επιτόκιο 3,125%.
Πρόκειται για τίτλο λήξης το 2031, με δυνατότητα ανάκλησης το 2030.
Η έκδοση προσέλκυσε έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, με τη ζήτηση από 150 και πλέον επενδυτές να κορυφώνεται στα 3,5 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε υπερκάλυψη πάνω από 5,8 φορές.
– Ακολούθησε στις αρχές Φεβρουαρίου η Alpha Bank με την επιτυχημένη έκδοση ομολόγου υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (Senior Preferred Bond) ύψους 750 εκατ. ευρώ.
Αυτό προσέλκυσε ισχυρό ενδιαφέρον από διεθνείς επενδυτές, συγκεντρώνοντας προσφορές άνω των 3,5 δισ. ευρώ.
Έχει διάρκεια 7 ετών, με δυνατότητα προεξόφλησης (call option) στα 6 έτη, ενώ το επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 3,50%.
– Το κύκλο των προπολεμικών εκδόσεων έκλεισε η Εθνική Τράπεζα, με την πρώτη της διάθεση ομολόγου Additional Tier 1 (AT1), ύψους 500 εκατ. ευρώ και σταθερού επιτοκίου στο 5,8%.
Πρόκειται για τίτλο αόριστης διάρκειας, με δικαίωμα ανάκλησης στα 5,5 έτη. Η ζήτηση έφτασε στα 5,5 δισ. ευρώ από περισσότερους από 300 θεσμικούς επενδυτές, οδηγώντας σε υπερκάλυψη 11 φορές του ζητούμενου ποσού.





































