Μερικές από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Wall Street παγιδεύτηκαν από την κατάρρευση της Market Financial Solutions (MFS), εν μέσω καταγγελιών για απάτη τον Φεβρουάριο. Ωστόσο, μία μεγάλη τράπεζα με έκθεση στον βρετανικό πάροχο στεγαστικών δανείων είχε καταφέρει μέχρι την Τρίτη να παραμείνει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας: η HSBC.
Η χρέωση ύψους 400 εκατ. δολαρίων, που η HSBC χαρακτήρισε «σχετιζόμενη με απάτη» και αποκάλυψε στα τριμηνιαία αποτελέσματά της, την κατέστησε μία από τις τράπεζες που επλήγησαν περισσότερο από την κατάρρευση της MFS. Η ανακοίνωση οδήγησε τη μετοχή της σε πτώση άνω του 6% την ίδια ημέρα.
Σε αντίθεση με τράπεζες όπως οι Barclays, Santander και Jefferies, η HSBC μπορούσε να υποστηρίξει ότι δεν είχε δανείσει απευθείας στην MFS — και έτσι να κρατήσει κρυφή τη μεγάλη έκθεσή της. Αντίθετα, οι δεσμοί της με την εταιρεία προέρχονταν από το λεγόμενο back leverage σε μονάδα ιδιωτικής πίστωσης της Apollo Global Management, η οποία παλαιότερα αποτελούσε μέρος της Credit Suisse, όπως σημειώνουν οι Financial Times.
Η αποκάλυψη της HSBC φωτίζει έναν από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης της αγοράς ιδιωτικής πίστωσης: τη χρηματοδότηση από τις τράπεζες.
Τα ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια έχουν καλύψει το κενό χρηματοδότησης για εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης και λιγότερο αξιόπιστους δανειολήπτες, καθώς οι αυστηρότεροι κεφαλαιακοί κανόνες μετά το 2008 κατέστησαν τη συγκεκριμένη αγορά λιγότερο ελκυστική για τις τράπεζες. Ωστόσο, ενώ οι τράπεζες αποσύρθηκαν από τον άμεσο δανεισμό προς αυτούς τους δανειολήπτες, στράφηκαν σε μια άλλη μορφή χρηματοδότησης: τον δανεισμό προς ομίλους ιδιωτικής πίστωσης.

Ο δανεισμός που αποφεύγουν οι τράπεζες
Ο κλάδος της ιδιωτικής πίστωσης αντλεί εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια από παραδοσιακούς δανειστές, μέσα από μια αμοιβαία επωφελή σχέση: οι εταιρείες ιδιωτικής πίστωσης ενισχύουν τις αποδόσεις τους, ενώ οι τράπεζες εξασφαλίζουν —θεωρητικά— ασφαλή έσοδα από προμήθειες.
Ωστόσο, η δυσανάλογα μεγάλη ζημία της HSBC σε σχέση με άλλες τράπεζες που είχαν άμεση έκθεση στην MFS απειλεί να κλονίσει την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι ο έμμεσος δανεισμός προς υψηλού κινδύνου δανειολήπτες μέσω ιδιωτικών πιστώσεων είναι ασφαλέστερος.
Οι τράπεζες χρηματοδοτούν την ιδιωτική πίστωση με πολλούς τρόπους: δανείζουν επενδυτές κεφαλαίων, παρέχουν γραμμές χρηματοδότησης σε funds, repo financing και δάνεια που εξασφαλίζονται από την αξία των χαρτοφυλακίων τους, καθώς και το λεγόμενο back leverage — το είδος δανεισμού που συνέδεσε την HSBC με την MFS.
Η HSBC δάνεισε χρήματα στην Atlas SP, τη μονάδα τιτλοποιημένων προϊόντων που η Apollo απέκτησε στις αρχές του 2023 και την οποία πολλοί εντός της Credit Suisse θεωρούσαν «το διαμάντι του στέμματος», σύμφωνα με πηγές των FT.
Η Atlas χρησιμοποίησε αυτά τα κεφάλαια για να χορηγήσει δάνεια στην MFS μέσω μιας οντότητας ειδικού σκοπού (SPV), στο πλαίσιο μιας σύνθετης αλυσίδας χρηματοδότησης που στηρίζει το μοντέλο της ιδιωτικής πίστωσης και δημιουργεί έμμεση έκθεση των τραπεζών στους τελικούς δανειολήπτες.
Σύμφωνα με έγγραφα αφερεγγυότητας, τα κεφάλαια της Atlas κατείχαν χρέος ύψους 1 δισ. λιρών σε δύο επενδυτικά οχήματα δανεισμού που είχε δημιουργήσει η MFS. Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία δήλωσε ότι η καθαρή οικονομική της έκθεση ανερχόταν σε 400 εκατ. λίρες. Πηγή με γνώση της υπόθεσης ανέφερε ότι το χαμηλότερο ποσό αντανακλούσε μέρος του κινδύνου που είχε μεταφερθεί σε άλλες οντότητες.
Η HSBC είχε χρηματοδοτήσει το 80% της αξίας των δανείων του SPV που συνδεόταν με την MFS, ενώ το υπόλοιπο 20% καλυπτόταν από την ίδια την Atlas. Στον κλάδο θεωρείται πιο συνηθισμένο ένα ποσοστό δανεισμού της τάξης του 60%-70% της αξίας του χαρτοφυλακίου.

Μόχλευση πάνω στη μόχλευση
Ο υψηλός λόγος δανείου προς αξία εξηγεί γιατί η HSBC συγκαταλέγεται μεταξύ των τραπεζών που επλήγησαν περισσότερο, παρά την έμμεση έκθεσή της, ανέφερε μία από τις πηγές. Επιπλέον, η HSBC εξαρτάται από την Atlas ως άμεσο δανειστή για τυχόν ανακτήσεις κεφαλαίων.
Στο συγκεκριμένο όχημα, τα ίδια κεφάλαια της Atlas —δηλαδή το 20% των δανείων προς την MFS που χρηματοδότησε η ίδια— θεωρείται πιθανό ότι έχουν ήδη χαθεί. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα για τις τράπεζες, καθώς περιορίζει το κίνητρο του άμεσου δανειστή να κινηθεί επιθετικά για την ανάκτηση των οφειλών.
Η Apollo ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι το χαρτοφυλάκιο χρηματοδότησης που βασίζεται σε περιουσιακά στοιχεία κατέγραψε επενδυτικές απώλειες 1% το πρώτο τρίμηνο, λόγω της MFS. Χωρίς την επίδραση των οχημάτων της Atlas SP, η δραστηριότητα αυτή θα είχε αποδώσει θετικό αποτέλεσμα 1% σε τριμηνιαία βάση.
Οι ρυθμιστικές αρχές έχουν ήδη εκφράσει ανησυχίες για το κατά πόσο οι τράπεζες επιδίωξαν -υπερβολικά επιθετικά- να επωφεληθούν από την άνθηση της ιδιωτικής πίστωσης, χωρίς να κατανοούν πλήρως τους κινδύνους που αναλάμβαναν.
«Υπάρχει μόχλευση σε εταιρικό επίπεδο, μόχλευση σε επίπεδο fund και μόχλευση σε επίπεδο χορηγού», δήλωσε η αναπληρώτρια διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Σάρα Μπρίντεν, σε συνέδριο των Financial Times τον περασμένο μήνα, αναφερόμενη στις διάφορες μορφές χρηματοδότησης των ιδιωτικών πιστωτικών εταιρειών.
Ωστόσο, στην περίπτωση της MFS υπήρχαν αρκετά προειδοποιητικά σημάδια που θα έπρεπε να είχαν ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς προσοχής των δανειστών.
Η MFS εξασφάλισε δάνεια δισεκατομμυρίων λιρών από τράπεζες και ιδιωτικούς παρόχους πίστωσης, παρά το γεγονός ότι παρέμενε σχετικά άγνωστη εκτός του εξειδικευμένου χώρου των ενδιάμεσων παρόχων δανείων. Η εταιρεία ελεγχόταν σχεδόν αποκλειστικά από ένα πρόσωπο και χρηματοδοτούσε δεκάδες συμφωνίες ακινήτων που συνδέονταν με πρώην υπουργό Γης του Μπανγκλαντές.

Κινήσεις για τον περιορισμό των ζημιών
Η Barclays ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι θα σταματήσει να δανείζει αντισυμβαλλομένους δομημένης χρηματοδότησης που δεν μπορούν να αποδείξουν ισχυρούς οικονομικούς ελέγχους, μετά τη δική της ζημία ύψους 228 εκατ. λιρών από την MFS.
Για την HSBC, η ζημία αγγίζει τον πυρήνα της στρατηγικής του διευθύνοντος συμβούλου Ζορζ Ελχεντερί να δημιουργήσει έναν ισχυρό χρηματοοικονομικό βραχίονα μέσω της συγχώνευσης ορισμένων δραστηριοτήτων της τράπεζας.
Η έκθεση στην MFS προήλθε από το νεοσύστατο τμήμα corporate and institutional banking της HSBC, το οποίο είχε ήδη σχεδιάσει να ενισχύσει τη χρηματοδότηση προς τον ιδιωτικό τομέα στους τομείς μετοχών και πιστώσεων.
Η HSBC έχει πλέον επανεξετάσει όλες τις γραμμές δανεισμού της και διακόπτει ορισμένες μορφές χρηματοδότησης, επιμένοντας ότι η ζημία αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό.
Η Μπρίντεν προειδοποίησε ότι, εάν πολλαπλασιαστούν τα προβληματικά δάνεια στις ιδιωτικές αγορές, οι δανειστές ενδέχεται να αδυνατούν πλέον να διακρίνουν «την καλή από την κακή πιστοληπτική ικανότητα». Σε αυτή την περίπτωση, μια κρίση στις ιδιωτικές αγορές θα μπορούσε τελικά να επηρεάσει και την πραγματική οικονομία.
































