Συμπληρώθηκε την 1η Μαΐου 2026, είτε με το νέο ημερολόγιο -που είχε εισαχθεί στην Ελλάδα το 1924-, είτε με το παλαιό, ένας αιώνας στην Ελλάδα όπου η ρύθμιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων των συλλογικών εργασιακών διαφορών υπάγεται σε συστήματα μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας. Τα οποία ήταν μια πεπαλαιωμένη «κοινωνική τεχνολογία» του μεσοπολέμου για την ρύθμιση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών εργασιακών σχέσεων. Και τα οποία κατέστησαν περιθωριακά και καταργήθηκαν κατά την μεταπολεμική περίοδο, στο 2ο μισό του 20ου αιώνα, όχι όμως στην Ελλάδα.
Τι εξηγεί την καχεξία των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του κοινωνικού διαλόγου στην Ελλάδα
Το θέμα, και το αντικείμενο, των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ελλάδα, δεν είναι δημοφιλές και ενδιαφέρον όσο άλλες παλαιότερες εποχές, προσφέρεται ωστόσο, ακόμη, για εξαγγελίες και πολιτευτικά «μοιρολόγια», που μένουν άνευ αντικρύσματος. Είναι κι αυτό ένα σύμπτωμα της καχεξίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων και του κοινωνικού διαλόγου στην Ελλάδα, για την οποία χρειάζονται, κάποια στιγμή, ερμηνείες και κατανόηση.
Στον αντίποδα της μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας, που στο μακρύ παρελθόν χρησιμοποιήθηκε διεθνώς για σύντομες περιόδους κρίσης, κυρίως σε πολεμικές περιόδους, ή συνδέθηκε με αυταρχικές διακυβερνήσεις, και η οποία μόνον στην Ελλάδα επιβιώνει (όσο επιβιώνει, λόγω και του αυτοκαταστροφικού χαρακτήρα της, καθώς καταστρέφει εξ ορισμού τους «πελάτες» της), ήταν, και είναι, οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, η εθελοντική επίλυση συλλογικών διαφορών, και ο κοινωνικός διάλογος, που απετέλεσαν την σύγχρονη «κοινωνική τεχνολογία» του δευτέρου μισού του 20ου αιώνα.
Αυτό αποτυπώνεται αφενός στις μεταπολεμικές Συνόδους της Διεθνούς Συνδιάσκεψης Εργασίας της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας (κυρίως την ΔΣΕ 98), αφετέρου στον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (ΑνΕΚΧ) που ισχύει στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα.
Κοινός τόπος, θεμελιώδης, της σύγχρονης αυτής «κοινωνικής τεχνολογίας» για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις είναι στην μεν ΔΣΕ 98 τα μέρη, εκπρόσωποι εργαζομένων και επιχειρήσεων, «να έρχωνται εκουσίως εις διαπραγµατεύσεις δια την, δια συλλογικών συµβάσεων, ρύθµισιν των όρων απασχολήσεως», στον δε ΑνΕΚΧ η «καθιέρωση διαδικασιών εκούσιας διαπραγμάτευσης» αλλά και «χρησιμοποίηση κατάλληλων διαδικασιών συνδιαλλαγής και εθελοντικής διαιτησίας για τη ρύθμιση των εργασιακών διαφορών». Ο πυρήνας αυτής της σχετικά σύγχρονης και δημοκρατικής «κοινωνικής τεχνολογίας» συνοψίζεται στο «εκουσίως» και «εκούσιας» για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, στο «εθελοντικής» και «οικειοθελής» για την διαιτησία.
Περάσαν δεκαετίες, και πλέον ολόκληρος αιώνας, και η Ελλάδα δεν κατάφερε, ακόμη, να ακολουθήσει αυτήν την κοινωνική και θεσμική εξέλιξη.
Ένας αιώνας μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας στην Ελλάδα
Η μακρά ιστορία της μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας στην Ελλάδα ξεκινάει με το ΝΔ 21.4/1.5.1926 «περί διαιτησίας ιδιωτικών υπαλλήλων» και συνεχίζεται με Αναγκαστικούς Νόμους και Βασιλικά Διατάγματα έως και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, που την εμπεδώνει. Συνεχίζεται μεταπολεμικά με νομοθεσίες του 1952 και του 1955 με ένα σύστημα μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας που μακροημέρευσε έως το 1991. Επιβίωσε, παρά την Μεταπολίτευση του 1974. Η κατάργηση της μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας ήταν – και είναι- μια από τις (πολλές) μεταρρυθμιστικές εκκρεμότητες της Μεταπολίτευσης.
Είχε αναφερθεί σε αυτήν την εκκρεμότητα προφητικά η Έκθεση PIACT για την Ελλάδα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) όταν προειδοποιούσε το 1978 τις αρμόδιες αρχές της χώρας ότι : «(…) η συστηματική προσφυγή στην υποχρεωτική διαιτησία οδήγησε όχι μόνο να αποκλείει τη δημιουργία παράδοσης διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων αλλά και αποθαρρύνει τις εργατικές οργανώσεις από το να χαράξουν μια στοιχειώδη συνδικαλιστική πολιτική και, κατά συνέπεια, να αγωνιστούν για την εφαρμογή της.
Εν ολίγοις, στο πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας, η υποχρεωτική διαιτησία σημαίνει την επιβίωση ενός συνδικαλισμού που στερείται πραγματικής ανεξαρτησίας από το κράτος και το μπλοκάρισμα κάθε πραγματικής κοινωνικής προόδου. Ως εκ τούτου, η αποστολή σημείωσε με ικανοποίηση ότι η κυβέρνηση μελετά επί του παρόντος τη χαλάρωση του ισχύοντος συστήματος».
Ωστόσο «η χαλάρωση του ισχύοντος συστήματος» άργησε να έρθει. Η Έκθεση και οι συστάσεις της έμειναν «στο συρτάρι» έως το τέλος της τότε κυβερνητικής θητείας της ΝΔ το 1981. Βρήκαν όμως την θέση τους στο προεκλογικό πρόγραμμα «Συμβόλαιο με τον Λαό» της επόμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, όπου αναφερόταν ρητά, μεταξύ άλλων μεταρρυθμίσεων στα εργασιακά, και «η υιοθέτηση του θεσμού της εθελοντικής διαιτησίας» ως μέσου ενίσχυσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Όμως η μονομερής υποχρεωτική διαιτησία συνέχισε να ζεί και να βασιλεύει και την δεκαετία του 1980. Μόνον τα σχέδια μεταρρύθμισης του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων που συντάχθηκαν στο Υπουργείο Εργασίας κατά τις υπουργικές θητείες της περιόδου 1987-1989 προέβλεπαν, όπως όριζε το «Συμβόλαιο με τον Λαό» του 1981, εθελοντική διαιτησία και όχι υποχρεωτική. Όταν όμως στην διάρκεια της Οικουμενικής κυβέρνησης το 1990 ανεσύρθη το σχέδιο νόμου για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις προς ψήφιση από την Βουλή, τροποποιήθηκε η σχετική ρύθμιση (ελέω πελατειακών και λαϊκίστικων επιρροών) και ψηφίσθηκε με την δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στην διαιτησία.
ΟΜΕΔ 1992- 2010 – μια χαμένη ευκαιρία
Η επόμενη περίοδος της ιστορίας συνεχίζεται με τον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) που άρχισε να λειτουργεί από το 1992 με τον Ν. 1876/1990. Ενώ θεωρητικά ο στόχος του ήταν η πρωτοκαθεδρία της μεσολάβησης, ώστε να βελτιωθούν οι δυνατότητες των μερών να διαπραγματεύονται, στην ουσία η μεσολάβηση λειτούργησε, στον μεγαλύτερο βαθμό, ως μέθοδος παραπομπής των συλλογικών διαφορών στην μονομερή υποχρεωτική διαιτησία.
Αυτή η εμπειρία δύο δεκαετιών, μέχρι την χρεοκοπία του 2010-2012-2015, ήρθε να επιβεβαιώσει ότι τα αποτελέσµατα στις συλλογικές διαπραγµατεύσεις από την εφαρμογή συστηµάτων μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας στην Ελλάδα επί σχεδόν έναν αιώνα ήταν, και είναι τα αναμενόμενα, σύμφωνα με την θεωρία, την διεθνή εμπειρία, και σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της μη συμμόρφωσης με τις Διεθνείς Συµβάσεις Εργασίας της ΔΟΕ που αφορούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις: υποανάπτυξη των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών εργασιακών σχέσεων, και του κοινωνικού διαλόγου. (Αναλυτικά για το θέμα βλ. την μελέτη μου «Τα αποτελέσµατα της µονοµερούς υποχρεωτικής διαιτησίας στις συλλογικές διαπραγµατεύσεις» στο Δελτίο Νομοθεσίας Εργατικής Νομοθεσίας, τεύχος 1827).
Ο Ν. 1876/1990 ήταν, επί δύο τουλάχιστον δεκαετίες, μια ευκαιρία εξέλιξης και εκσυγχρονισμού των συλλογικών εργασιακών σχέσεων. Όμως τον βάρυνε η κληρονοµιά της μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας του παρελθόντος. Η οποία συνδέεται ευθέως με το πρότυπο µιας κλειστής και προστατευµένης οικονοµίας και µιας δυσλειτουργικής και αναποτελεσµατικής ρύθµισης των συλλογικών εργασιακών σχέσεων.
Παρά την κύρωση των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας, παρά την ένταξη της Ελλάδος στην ΕΟΚ, στην ΕΕ, στην ΟΝΕ κ.λπ., η προσαρµογή στα διεθνή πρότυπα εργασίας της ΔΟΕ και στο «κοινοτικό κοινωνικό κεκτηµένο», συστατικό του οποίου είναι και οι βασικές προδιαγραφές του Αναθεωρηµένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, παρέµειναν, και ακόμη παραμένουν, µία κρίσιµη διττή εκκρεµότητα.
Προσπάθειες έμμεσης συμμόρφωσης με τις αποφάσεις του ILO για την Ελλάδα
Νομοθετικές αλλαγές του 2019 και του 2026, βάσει της πρόσφατης Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας επιχειρούν να τακτοποιήσουν, εν μέρει, την μία όψη της εκκρεμότητας.
Τη συμβατότητα με τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας, και την συμμόρφωση με την απόφαση της Επιτροπής για την Εφαρμογή των Διεθνών Κανόνων Εργασίας, της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και της Διεθνούς Διάσκεψης Εργασίας τον Ιούνιο του 2018, που λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις της Κυβέρνησης και τη συζήτηση που ακολούθησε, την καλούσε να «εξασφαλίσει ότι η μονομερής προσφυγή στην υποχρεωτική διαιτησία ως μέσο αποφυγής των ελευθέρων και εθελοντικών συλλογικών διαπραγματεύσεων προβλέπεται μόνο σε πολύ περιορισμένες περιπτώσεις».
Προώθηση συλλογικών διαπραγματεύσεων με αυτοεξαίρεση της χώρας από το σχετικό άρθρο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη;
Η δεύτερη όψη της εκκρεμότητας παραμένει, και συνιστά ένα μοναδικό στην ΕΕ ελληνικό παράδοξο. Η Ελλάδα ενσωματώνοντας την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ε.Ε. έχει αναλάβει και την υποχρέωση να προωθεί τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η Οδηγία στο προοίμιο της αναφέρεται στην προαναφερθείσα Διεθνή Σύμβαση Εργασίας 98 αλλά και στον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη ο οποίος έχει ρητές προβλέψεις για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Το παράδοξο είναι ότι για την Ελλάδα κατά την νομοθετική «Κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη» που είχε υιοθετηθεί στις 3 Μαΐου 1996, και κυρώθηκε στην Ελλάδα το 2016 (Ν. 4359/2016), ορίσθηκε ρητά ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 (που αφορά τα δικαιώματα στις συλλογικές διαπραγματεύσεις) παρ. 3 (που αφορά την υποχρέωση «να προωθείται η δημιουργία και η χρήση κατάλληλων μηχανισμών συμβιβασμού και εθελοντικής διαιτησίας για τη διευθέτηση των εργασιακών διαφορών») δεν δεσμεύουν τη χώρα. Και αυτή η ανακολουθία του 2016 εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα.
Μια μικρή παρέκκλιση δεκαετίας πλέον, σε μια μεγαλύτερη παρέκκλιση ενός αιώνος πλέον. Οι οποίες διατηρούνται ελέω ενός (ευεξήγητου) εγχωρίου στρουθοκαμηλισμού. Που θέλει να αγνοεί ότι οι προαναφερθείσες αποφάσεις του ILO για την Ελλάδα ήταν τριμερείς – εκπροσώπων κυβερνήσεων, εργοδοτικών οργανώσεων και εργατικών οργανώσεων- και ομόφωνες.
Που θέλει να αγνοεί ότι δεν είναι μόνον η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, και η Επιτροπή Εφαρμογής Διεθνών Κανόνων Εργασίας της ΔΟΕ, που υποστηρίζουν ότι το σύστημα της υποχρεωτικής διαιτησίας στην Ελλάδα παραβιάζει τους διεθνείς κανόνες για τις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις. Την ίδια θέση έχει υιοθετήσει και η νομική γνωμοδότηση των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων στην αξιολόγησή της για τα προγράμματα προσαρμογής / Μνημόνια στην Ευρωπαϊκή Ένωση –μεταξύ των οποίων και για την Ελλάδα.
Ειδικά για την κατάργηση το 2012 της μονομερούς προσφυγής στην υποχρεωτική διαιτησία στην Ελλάδα, η οποία ωστόσο επανήλθε το 2014, (και το 2019 και το 2026 γίνονται προσπάθειες να «συμμαζευτεί) είχε διαπιστώσει: «Η απαίτηση να καταργηθεί η υποχρεωτική διαιτησία δεν εγείρει αμφιβολίες. Στην πραγματικότητα, ευθυγραμμίζει την κατάσταση με την κατάσταση που υποστηρίζεται από τις Συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη».
Μια μικρή παρέκκλιση δεκαετίας λοιπόν ως προς τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, και μια μεγαλύτερη παρέκκλιση ενός αιώνος πλέον με την διατήρηση της μονομερούς υποχρεωτικής διαιτησίας, παραμένουν εκκρεμότητες θεσμικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού.
Ο κ. Χρήστος Α. Ιωάννου είναι οικονομολόγος, μέλος ΔΣ ILO / ΔΟΕ.





































