Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες εμπλέκονται ολοένα και βαθύτερα στον πόλεμο με το Ιράν, αναδύεται ένα σοβαρό στρατηγικό πρόβλημα που αφορά όχι μόνο τα αποθέματα όπλων αλλά και την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το βολφράμιο, ένα εξαιρετικά σκληρό μέταλλο που θεωρείται απαραίτητο για τη σύγχρονη πολεμική βιομηχανία και του οποίου η παγκόσμια παραγωγή κυριαρχείται σχεδόν ολοκληρωτικά από την Κίνα, αναφέρει το NBC.
Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις χρησιμοποιούν τεράστιες ποσότητες προηγμένων πυρομαχικών και πυραυλικών συστημάτων, όπως οι Tomahawk, Patriot και Precision Strike missiles, τα οποία απαιτούν βολφράμιο για την κατασκευή τους.
Το μέταλλο χρησιμοποιείται επίσης σε διατρητικά πυρομαχικά, βόμβες bunker buster, μαχητικά αεροσκάφη και άλλες στρατηγικές εφαρμογές λόγω της εξαιρετικής του πυκνότητας και αντοχής στη θερμότητα. Ωστόσο, οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον ενεργά εμπορικά ορυχεία βολφραμίου από το 2015, γεγονός που τις καθιστά ιδιαίτερα εξαρτημένες από τις εισαγωγές.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική επειδή η Κίνα ελέγχει πάνω από το 80% της παγκόσμιας παραγωγής βολφραμίου και καταναλώνει περισσότερο από το μισό της συνολικής προσφοράς.
Τα τελευταία χρόνια, μέσω κρατικών επιδοτήσεων, χαμηλού κόστους εργασίας και λιγότερο αυστηρών περιβαλλοντικών κανόνων, το Πεκίνο κατάφερε να κυριαρχήσει πλήρως στην παγκόσμια αγορά του μετάλλου. Όταν πέρυσι η Κίνα επέβαλε περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών, συμπεριλαμβανομένου του βολφραμίου, οι διεθνείς τιμές εκτινάχθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Το βολφράμιο απαραίτητο για τα αμερικανικά όπλα
Το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον είναι ότι η κατανάλωση πυρομαχικών στον πόλεμο με το Ιράν εξαντλεί γρήγορα τα στρατηγικά αποθέματα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, μπορεί να χρειαστούν έως και τέσσερα χρόνια για να αναπληρωθούν τα αποθέματα προηγμένων πυραύλων και πυρομαχικών στα προπολεμικά επίπεδα. Αυτή η καθυστέρηση θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη, ιδιαίτερα σε ένα σενάριο πιθανής σύγκρουσης με την Κίνα στον Ειρηνικό, τονίζει το NBC.
Η έλλειψη όπλων δεν επηρεάζει μόνο τις ΗΠΑ αλλά και τους συμμάχους τους. Η Ιαπωνία βασίζεται σε αμερικανικούς πυραύλους Tomahawk για την αποτροπή στην περιοχή, ενώ η Νότια Κορέα φιλοξενεί το σύστημα THAAD για αντιπυραυλική άμυνα.
Παράλληλα, η Ταϊβάν, η οποία αντιμετωπίζει συνεχή πίεση από το Πεκίνο, περιμένει εδώ και μήνες ένα μεγάλο πακέτο αμερικανικών όπλων αξίας 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο όμως έχει προσωρινά «παγώσει» λόγω των εξελίξεων στο Ιράν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ αναζητούν εναλλακτικές πηγές βολφραμίου εκτός Κίνας. Ένα από τα σημαντικότερα νέα σημεία εξόρυξης βρίσκεται στη Νότια Κορέα, στο ορυχείο Sangdong, το οποίο επαναλειτούργησε πρόσφατα από την αμερικανική εταιρεία Almonty Industries. Το ορυχείο είχε κλείσει πριν από περισσότερα από 30 χρόνια, όταν η φθηνή κινεζική παραγωγή είχε καταστήσει ασύμφορη τη λειτουργία του.
Παγκόσμια αναζήτηση
Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Λούις Μπλακ, υποστηρίζει στο NBC ότι υπάρχουν ελάχιστα μεγάλα ορυχεία βολφραμίου στον κόσμο και ότι το μέταλλο αποτελεί πλέον κρίσιμο στρατηγικό πόρο. Όπως εξηγεί, το βολφράμιο δεν είναι μόνο «πολεμικό μέταλλο», αλλά και βασικό υλικό για την τεχνολογική βιομηχανία, καθώς χρησιμοποιείται σε ημιαγωγούς, μπαταρίες, smartphones και άλλες προηγμένες εφαρμογές.
Το Sangdong θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό επειδή διαθέτει τεράστια αποθέματα και μπορεί να λειτουργεί για περίπου έναν αιώνα. Η Almonty σχεδιάζει να επεξεργάζεται εκεί περίπου 1,2 εκατομμύρια τόνους μεταλλεύματος βολφραμίου ετησίως. Παράλληλα, η εταιρεία προσπαθεί να επαναλειτουργήσει και ένα παλιό ορυχείο στη Μοντάνα, ώστε οι ΗΠΑ να αποκτήσουν ξανά εγχώρια παραγωγή.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ξεκινήσει σειρά πρωτοβουλιών για να μειώσει την εξάρτηση από την Κίνα. Τον Φεβρουάριο δημιουργήθηκε ένα στρατηγικό απόθεμα κρίσιμων ορυκτών ύψους 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ παράλληλα προσφέρονται επιδοτήσεις και χρηματοδότηση για νέα έργα εξόρυξης. Οι ΗΠΑ προσπαθούν επίσης να δημιουργήσουν ένα διεθνές δίκτυο συνεργασίας με συμμάχους για την παραγωγή και επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον στηρίζει επενδύσεις και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Μία από αυτές αφορά σχέδιο κατασκευής μονάδας εξόρυξης και επεξεργασίας βολφραμίου στο Καζακστάν, μέσω του επενδυτικού ομίλου Cove Capital, στον οποίο φέρεται να συμμετέχουν και οι γιοι του Τραμπ.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η Δύση απέχει ακόμη πολύ από το να μπορέσει να ανταγωνιστεί σοβαρά την κινεζική κυριαρχία. Η τεχνογνωσία στη βιομηχανία βολφραμίου έχει σχεδόν χαθεί στις ΗΠΑ, καθώς η παραγωγή εγκαταλείφθηκε εδώ και δεκαετίες. Ο Λούις Μπλακ σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «δεν υπάρχουν πλέον ειδικοί, ούτε εγχειρίδια, ούτε εμπειρία», επειδή όλη αυτή η γνώση χάθηκε τη δεκαετία του 1990.
Κατά την εκτίμησή του, η Δύση μπορεί να σημειώσει ουσιαστική πρόοδο μέσα σε δέκα χρόνια, αλλά η πλήρης αυτάρκεια πιθανόν να απαιτήσει δύο ή και τρεις δεκαετίες. Μέχρι τότε, το κρίσιμο ερώτημα για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους είναι πώς θα εξασφαλίσουν επαρκή πρόσβαση σε ένα μέταλλο που θεωρείται πλέον ζωτικής σημασίας τόσο για την άμυνα όσο και για την τεχνολογία του μέλλοντος.





































