Ας μου επιτραπεί ένα συναισθηματικά φορτισμένο ξεκίνημα αυτής της μαρτυρίας. Με κάτι σαν 55 χρόνια διαδρομής στο ενεργητικό μου (ή στο παθητικό μου) με αυτοπροσδιορισμό δημοσιογράφου – αν και σε βάση νομικού, με ειδίκευση στα Ευρωπαϊκά – και έχοντας περάσει από την OpEd page του «Βήματος», την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», την «Ημερησία», ακόμη και τον «Ελεύθερο Τύπο» όταν επεχείρησε να επανισορροπήσει. Έχοντας λειτουργήσει ως σύμβουλος στα Ευρωπαϊκά στην ΕΙΗΕΑ/στην Ένωση Ιδιοκτητών των Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών κι ένα φεγγάρι στην Διοίκηση της ΤτΕ (για τον σχεδιασμό του Μουσείου ΤτΕ), συν σε φάσεις της Προεδρίας ΕΕ δίπλα στην Μελίνα ή πάλι τον πρωτεϊκό Θόδωρο Πάγκαλο. Συν αργότερα στην «Οικονομική Επιθεώρηση» και σε τηλεοπτικά πάνελ συζήτησης (Seven X, Action 24, ΟΝΕ), εκείνο που θεωρώ ότι με καθόρισε – εξαρχής, πάντα – ήταν η εμπειρία της δουλειάς στον ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ. Τον ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ του Γιάννη Μαρίνου, να εξηγούμαστε.
Γιατί; Το έχω σκεφθεί πολλές φορές: το συμπέρασμα που έβγαλα – και όσο περνάει ο καιρός το πιστεύω βαθύτερα – είναι ότι εκεί, ξεκινώντας ήδη από τα χρόνια της Χούντας (όπου, ειρήσθω εν παρόδω, χρειαζόταν να προσέχεις την χρήση των στοιχείων οσάκις διατύπωνες επιχείρημα έστω και συγκρατημένο κριτικό…) και ζώντας εν συνεχεία όλη την συναρπαστική διαδρομή της Μεταπολίτευσης, βρέθηκα σε ένα περιβάλλον όπου άνθρωποι με σαφώς διαφορετικές ιδεολογικές, ακόμη και επιστημονικές καταβολές/προσεγγίσεις συνυπήρχαν.συνεργάζονταν. αντάλλασσαν απόψεις. αντιπαρατίθενταν. τσακώνονταν. Όμως, λειτουργούσαν μαζί. Και παρήγαν όχι ένα «προϊόν», αλλά μιαν πρόταση ανάγνωσης των πραγμάτων.
Εδώ, μια παρατήρηση: στο περιβάλλον αυτό συνειδητοποίησα ότι η συνηθισμένη αναφορά σε «δημοσιογραφικό λειτούργημα» είναι υπερφίαλη και παραπλανητική – για ένα επάγγελμα πρόκειται, για μια δουλειά, που επειδή είναι δουλειά επιδραστική, προϋποθέτει συναίσθηση ευθύνης. Συν, ότι η συζήτηση περί αντικειμενικής δημοσιογραφίας κι αυτή χρειάζεται να κρατά χαμηλά την μπάλα, να λαμβάνεται com granosalis: πάντα θα έχεις υποκειμενικές προσεγγίσεις, προκατάληψη ακόμη-ακόμη. το θέμα είναι (κι αυτό υπήρξε η σφραγίδα του Γιάννη Μαρίνου) να γνωρίζεις τα γεγονότα, να τα παρακολουθείς/να το ψάχνεις παρακάτω, να οργανώνεις ένα επιχείρημα χωρίζοντας είδηση από ανάλυση (ακόμη περισσότερο σχόλιο και προβολή θέσεων). Και, όλα αυτά, με διαφάνεια – την διαφάνεια εκείνη που αποτελεί τον σεβασμό προς τον αναγνώστη. Μολονότι περισσότερο από τα πρόσωπα, εκείνο που μετράει σε κάθε δημοσιογραφική ομάδα είναι το συνολικό κλίμα, ας έχει καταγραφεί ότι στον ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ των δεκαετιών του ΄70 έως και του ΄90 – τότε, δηλαδή, που βρέθηκε το έντυπο με την μεγαλύτερη του απήχηση και (υπό διάφορες έννοιες) επιδραστικότητα – ότι δίπλα ας πούμε στον Θανάση Παπανδρόπουλο, τον Νίκο Νικολάου, τον Γιώργο Κύρτσο και τον Δημήτρη Στεργίου συναντούσε κανείς τον Παύλο Κλαυδιανό, τον Πέτρο Λινάρδο-Ρυλμόν και τον Γιώργο Μητραλιά. Δεν είναι τόσο η φιλοξενία απόψεων στο φάσμα Αριστεράς-Δεξιάς (υφ’ οιανδήποτε γωνία κι αν δει κανείς το πράγμα: θεωρητική/αναλυτική, ιδεολογική, αποτύπωσης στο πολιτικό σκηνικό ή/και στις εφαρμοζόμενες ή ΜΗ εφαρμοζόμενες πολιτικές) όσο η αποδοχή του ότι το να φωτίζονται διαφορετικές πλευρές του επιχειρήματος οδηγεί σε κάτι ωφέλιμο για τον αναγνώστη που μετράει. Βέβαια, υπό την πάντα προσεκτική και ζυγιασμένη διαχείριση του μείγματος από τον Γιάννη Μαρίνο.
Ασφαλώς και υπήρχε ένα κυρίαρχο ρεύμα σ’ εκείνο που διάβαζε ο αναγνώστης, με διακυμάνσεις στο φάσμα Κέντρου-ΚεντροΔεξιάς όσο κι αν υπήρχαν σχισμές ΚεντροΑριστεράς στις πρώτες εποχές. Όμως η κυρίαρχη προσέγγιση ήταν μια: να βρίσκεται η ανάλυση κοντά στα γεγονότα, κοντά στα στοιχεία, με πρόσβαση στις πηγές. και, ύστερα, η εν λόγω ανάλυση να είναι διαφανής και σεβαστική για το αντικείμενο.
[Δεν είναι τυχαίο που στο βιβλίο του «Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ανδρέας Παπανδρέου, Χαρίλαος Φλωράκης: Εκμυστηρεύσεις τριών μεγάλων» (έκδ. ΠΑΤΑΚΗ 2018) ο Γιάννης Μαρίνος περιγράφει με αφοπλιστική ειλικρίνεια την δική του, αλλά εντέλει και του ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ, σχέση με τις τόσο διαφορετικές αυτές φιγούρες της Ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας. Και τις αντίστοιχες «αναγνώσεις» του πολιτικού που μπορεί να εξέφραζαν…]
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ήταν η διαθεσιμότητά του στο να εισαγάγει στην συζήτηση ιδέες και προσεγγίσεις που κυκλοφορούσαν στο διεθνές στερέωμα. Παράδειγμα: η πρώιμη οικολογική προσέγγιση στην οικονομία, η αναζήτηση της βιωσιμότητας – ας πούμε την εποχή των προσπαθειών Σπήλιου Παπασπηλιόπουλου. Άλλο παράδειγμα: η συζήτηση για το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα, την ρίζα των ανισοτήτων, μέχρις «άνισης ανταλλαγής» Αργύρη Εμμανουήλ ή Γκούντερ Φρανκ (όταν κάποτε αυτό αναφέρθηκε στις ατέρμονες συζητήσεις του πρώιμου ΠΑΣΟΚ, μέσα δεκαετίας του ΄70, ο Αντρέας πάντως το γνώριζε…). Τρίτο παράδειγμα: η αναζήτηση των μοχλών ανάπτυξης/drivers of development στην ζυγιασμένη κρατική παρέμβαση/πρωτοβουλία αλλά και στην ενίσχυση της καινοτομίας.
Όμως… προσοχή! Όταν στην εφαρμογή αυτών, ή άλλων παρόμοιων προσεγγίσεων τόσο η διεθνής εμπειρία – στασιμοπληθωρισμός της δεκαετίας του ΄80, νομισματική απορρύθμιση και απώλεια οικονομικής δικαίωσης της κρατικής παρέμβασης – όσο και οι Ελληνικές ιδιαιτερότητες (να το πούμε ευγενικά) ανέτρεπαν επί του πεδίου τις αντιλήψεις, τότε το Κεϋνσιανό «When events change, I change my mind» ερχόταν στην επιφάνεια. Και οδηγούσε σε επανατοποθετήσεις τον ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ. Και την συνισταμένη των απόψεων που φιλοξενούσε.
Το ίδιο, ακόμη περισσότερο/ακόμη βαρύτερα πολιτικά ίσχυε και ως προς τα Ευρωπαϊκά που τόσο σημάδεψαν εκείνα τα χρόνια: ούτε τοτεμική προσκύνηση, ούτε δαιμονοποίηση.
Ας είναι αυτή μια προσωπική μαρτυρία από την εμπειρία του ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ. Και πολλά περισσότερα για την επιδραστικότητά του και την αναγνώρισή του (ιδίως από τους εκάστοτε «απέναντι»), για άλλη φορά…






































