Νωρίτερα φέτος, μετά από έναν μήνα επαφών στην Ασία με υψηλόβαθμους αξιωματούχους στην Κίνα και άλλες χώρες, ο ιδρυτής της Bridgewater Associates και πρόεδρος του Dalio Family Office, Ρέι Ντάλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συντελείται μια σημαντική μεταβολή στην παγκόσμια ισορροπία δυνάμεων, την οποία μετέφερε μέσω Financial Times.
Κατά την εκτίμησή του, η διαχείριση της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ από τις ΗΠΑ ενίσχυσε τις αμφιβολίες πολλών Ασιατών ηγετών για την προθυμία της Ουάσιγκτον να αναλάβει το κόστος και τους κινδύνους μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, ιδιαίτερα σε πολλαπλά μέτωπα.
Παράλληλα, ο Ντάλιο διαπίστωσε ότι η Κίνα συνεχίζει να αποκομίζει σημαντικά οφέλη από τις εξαγωγές της, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση μεγάλων κεφαλαίων από επιχειρήσεις και τράπεζες. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το γιουάν και διευρύνει τη χρήση του στις διεθνείς εμπορικές και χρηματοοικονομικές συναλλαγές, ενώ οι κινεζικές αγορές κεφαλαίου αναδεικνύονται σταδιακά σε ανταγωνιστή των αμερικανικών.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι για να γίνει κατανοητή η κινεζική στρατηγική, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιστορικές και πολιτισμικές της ρίζες. Η κινεζική αντίληψη επηρεάζεται τόσο από την κομφουκιανή παράδοση που αντανακλάται στην «Τέχνη του Πολέμου» του Σουν Τζου που ακολουθεί το Πεκίνο στις συγκούσεις και το ιστορικό σύστημα των «φόρων υποτέλειας» όσο και από τον «Αιώνα της Ταπείνωσης», όταν ξένες δυνάμεις κυριάρχησαν σε τμήματα της χώρας. Αυτές οι εμπειρίες, σημειώνει, έχουν διαμορφώσει βαθιά την κινεζική ψυχολογία και τη στρατηγική της προσέγγιση.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι σχέσεις μεταξύ κρατών δεν αντιμετωπίζονται ως σχέσεις απόλυτα ίσων μερών, αλλά ως μια ιεραρχία αμοιβαίων υποχρεώσεων. Η επιρροή ασκείται κυρίως μέσω πίεσης, κινήτρων και στρατηγικών ελιγμών και όχι απαραίτητα μέσω στρατιωτικής βίας. Όπως υποστηρίζει, η κινεζική ηγεσία θεωρεί πιο αποτελεσματικό να διαμορφώνει συσχετισμούς ισχύος που οδηγούν τον αντίπαλο σε υποχώρηση χωρίς σύγκρουση.

Ρέι Ντάλιο
Η Κίνα δεν βλέπει την ισχύ όπως οι ΗΠΑ
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ντάλιο εκτιμά ότι το Πεκίνο δεν επιδιώκει την οικοδόμηση μιας παραδοσιακής αυτοκρατορίας ούτε την ανάπτυξη ενός παγκόσμιου δικτύου στρατιωτικών βάσεων αντίστοιχου με αυτό των ΗΠΑ. Αντίθετα, επιχειρεί να ενισχύσει την επιρροή του μέσω οικονομικών, εμπορικών και διπλωματικών δεσμών. Κατά την άποψή του, οι επισκέψεις ξένων ηγετών στο Πεκίνο και η προσπάθεια σύσφιξης σχέσεων με τον Σι Τζινπίνγκ αντανακλούν αυτή τη μετατόπιση.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στο ζήτημα της Ταϊβάν. Θεωρεί ότι ο Σι επιδιώκει κάποια μορφή επανένωσης και πιθανότατα θα προτιμούσε να την επιτύχει χωρίς μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση. Ωστόσο, σημειώνει ότι η Ταϊβάν διαθέτει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα: την κυρίαρχη θέση της στην παραγωγή προηγμένων μικροτσίπ, από τα οποία εξαρτώνται κρίσιμες βιομηχανίες παγκοσμίως.
Ο Ντάλιο εκτιμά ότι η απειλή διακοπής ή περιορισμού της ροής μικροτσίπ θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο πίεσης, με σημαντικές επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές και ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Υπογραμμίζει μάλιστα ότι η Κίνα εργάζεται συστηματικά ώστε να καταστεί αυτάρκης στην παραγωγή ημιαγωγών έως το τέλος της δεκαετίας, γεγονός που θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τη διαπραγματευτική της θέση.
Κατά την ανάλυσή του, μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να φέρει τις ΗΠΑ αντιμέτωπες με δύσκολα διλήμματα: είτε να αντιδράσουν δυναμικά είτε να αποδεχθούν μια σταδιακή ενίσχυση της κινεζικής επιρροής. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ότι η πραγματική ισχύς δεν προκύπτει απαραίτητα από τη χρήση της δύναμης, αλλά από την ικανότητα να πείθεις τους άλλους ότι μπορείς να τη χρησιμοποιήσεις.
Για τον λόγο αυτό, προβλέπει ότι η κινεζική προσέγγιση, η οποία βασίζεται περισσότερο στην οικονομική επιρροή, την ψυχολογική πίεση και τη στρατηγική υπομονή παρά στην άμεση αντιπαράθεση, θα αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερη σημασία στην Ασία τα επόμενα χρόνια. Η αναμέτρηση για την περιφερειακή κυριαρχία, καταλήγει, ενδέχεται να διεξάγεται με τόσο διακριτικό τρόπο ώστε συχνά να μην είναι καν εμφανής



































