Η κρίση του 2008 συντάραξε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα λειτουργώντας ως ντόμινο με τα απόνερά της να φθάνουν στην ελληνική κρίση χρέους.
Η φούσκα της αμερικανικής αγοράς ακινήτων που έσκασε είχε ως αποτέλεσμα της κατάρρευση μεγάλων τραπεζικών ονομάτων όπως η Lehman Borthers, ενώ η αποτίμηση της στην παγκόσμια οικονομία μετριέται σε τρισ. δολάρια.
Σύμφωνα με το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Inside Job» (2010), το κόστος της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 ξεπέρασε τα 20 τρισ. δολάρια παγκοσμίως. Οδήγησε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο στην ανεργία και στην απώλεια των σπιτιών τους, ενώ προκάλεσε τη χειρότερη ύφεση μετά τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930.
Η φούσκα της αγοράς ακινήτων
Το μείγμα ήταν εκρηκτικό. Οι αμερικανικές τράπεζες χορηγούσαν αφειδώς στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου (subprime) σε δανειολήπτες που δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν οικονομικά. Οι επενδυτικές τράπεζες τιτλοποιούσαν τα δάνεια δημιουργώντας σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, που περιλάμβαναν στεγαστικά δάνεια υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης μαζί με στεγαστικά υψηλού κινδύνου για να λαμβάνουν υψηλή πιστοληπτική βαθμολογία. Εταιρείες πωλούσαν προστασία από την αθέτηση πληρωμών σε αυτό το χρέος. Παράλληλα στα στεγαστικά δάνεια εφαρμόστηκαν τα κυμαινόμενα επιτόκια. Ο μηχανισμός συνέχιζε να λειτουργεί μέχρι που το καύσιμό του οι συνεχώς αυξανόμενες τιμές των ακινήτων τελικά εξαντλήθηκε.
Τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Fed το 2005 έδειξαν ότι το προσωπικό και οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας είχαν εντοπίσει μια φούσκα στην αγορά ακινήτων. Ο τότε πρόεδρος Άλαν Γκρίνσπαν έκρινε ότι «όποια φούσκα και αν υπάρχει στην αγορά ακινήτων, αυτή τη φάση περιορίζεται, και περιορίζεται κυρίως επειδή τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων έχουν ανέβει και αρχίζουν να έχουν αντίκτυπο».
Στα μέσα του 2007, η δανειοδότηση μεταξύ των τραπεζών παρέλυσε, πυροδοτώντας γεγονότα που κορυφώθηκαν με την πτώχευση της Lehman Brothers Holdings Inc. τον Σεπτέμβριο του 2008. Η κρίση έσπρωξε την Ομοσπονδιακή Τράπεζα και τον διάδοχο του Γκρίνσπαν στην προεδρία, Μπεν Μπερνάνκι, σε αχαρτογράφητα νερά.
Ο ροκ σταρ Αλαν Γκρίσπαν
Ο Άλαν Γκρίσπαν δεν ήταν ένας απλό κεντρικός τραπεζίτης. Όταν μιλούσε οι αγορές κρεμόταν από τα χείλη προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουν τα ιερογλυφικά του κεντρικού τραπεζίτη.
Στη διάσημη συγκέντρωση της Fed στο Τζάκσον Χολ το 2005, δύο κορυφαίοι οικονομολόγοι τον χαρακτήρισαν ίσως τον σπουδαιότερο κεντρικό τραπεζίτη όλων των εποχών. Υπηρέτησε ως πρόεδρος της Federal Reserve για 19 χρόνια, υπό τέσσερις προέδρους και κατείχε την τέχνη της συσκότισης, γνωστή ως Fedspeak.
Ο Γκρίνσπαν συχνά αναφερόταν ως το δεύτερο πιο ισχυρό πρόσωπο μετά τον πρόεδρο των ΗΠΑ λόγω της ικανότητας της κεντρικής τράπεζας να επηρεάζει την οικονομία μέσω αλλαγών στα βραχυπρόθεσμα επιτόκια.
Επέβλεψε τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομική επέκταση στην ιστορία των ΗΠΑ, μια αδιάλειπτη δεκαετία ανάπτυξης από τον Μάρτιο του 1991 έως τον Μάρτιο του 2001. Η απόφασή του να αφήσει την οικονομία να λειτουργήσει, παρά τις πιέσεις για αύξηση των επιτοκίων έναντι μιας απειλής πληθωρισμού που δεν υλοποιήθηκε ποτέ, βοήθησε στην ενίσχυση ετών ευημερίας των ΗΠΑ και του χάρισε τον τίτλο του ροκ σταρ ως οικονομικού «μαέστρου».
Η εποχή σημαδεύτηκε από την προφητική του κρίση ότι η αύξηση της παραγωγικότητας στα μέσα της δεκαετίας του 1990 θα συγκρατούσε τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η διαίσθησή εκείνης της περιόδου εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και έχει αναφερθεί από τον πρώην πρόεδρο της Fed, Τζερόμ Πάουελ, ως παράδειγμα του πώς η κρίση μπορεί μερικές φορές να ξεπεράσει τα τεχνικά μοντέλα της οικονομίας.
Ο Γκρίνσπαν εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Time το 1999 μαζί με τον τότε υπουργό Οικονομικών Ρόμπερτ Ρούμπιν και τον αναπληρωτή του Λόρενς Σάμερς ως η «επιτροπή για τη σωτηρία του κόσμου».
Αλλά όταν η φούσκα των τιμών των κατοικιών που είχε αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων τεσσάρων ετών της θητείας του τελικά έσκασε αμαύρωσε την φήμη του.
Εκτός από τις επικρίσεις για τη νομισματική του πολιτική, οι επικριτές επέκριναν τον Γκρίνσπαν, που ήταν ισχυρός υποστηρικτής της ήπιας ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών, ότι στάση του επέτρεπε στις τράπεζες να κάνουν καταστροφικά στοιχήματα στην αγορά κατοικίας.
Κατηγορήθηκε στα τέλη της καριέρας του ότι απέτυχε να τιθασεύσει μια από τις χειρότερες κρίσεις όλων των εποχών, καθώς αυτός και πολλοί από τους συναδέλφους του παρέβλεψαν το μέγεθος των κινδύνων που ελλοχεύουν στην αγορά τιτλοποιημένων στεγαστικών δανείων.
Κεκαλυμένο «Mea culpa»
Ο Γκρίνσπαν ήταν αντίθετος στην αυξανόμενη κυβερνητική ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού κλάδου κατά τη διάρκεια της θητείας του. Μετά την σχεδόν κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, είπε σε μαρτυρίες και ομιλίες στο Κογκρέσο ότι οι ρυθμιστικές αρχές είχαν «αποτύχει» και ότι το «τσουνάμι πίστωσης που συμβαίνει μια φορά τον αιώνα» έδειξε ότι η ιδεολογία του για την ελεύθερη αγορά μπορεί να ήταν λανθασμένη.
«Όσοι από εμάς έχουμε στραφεί στο συμφέρον των δανειοδοτικών ιδρυμάτων για την προστασία των μετοχών των μετόχων, συμπεριλαμβανομένου και εμού, βρισκόμαστε σε κατάσταση σοκαρισμένης δυσπιστίας», δήλωσε στους νομοθέτες το 2008.
Σε κατάθεση ενώπιον της διορισμένης από το Κογκρέσο Επιτροπής Έρευνας για την Οικονομική Κρίση, υπογράμμισε ότι : «Είχα δίκιο το 70% των περιπτώσεων, αλλά έκανα λάθος το 30% των περιπτώσεων».
Στην τελική της έκθεση, η επιτροπή ανέφερε: «Πάνω από 30 χρόνια απορρύθμισης και εξάρτησης από την αυτορρύθμιση από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, που υποστηρίχθηκαν από τον πρώην πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Άλαν Γκρίνσπαν και άλλους, υποστηρίχθηκαν από διαδοχικές κυβερνήσεις και διαφορετικές συνθέσεις του Κογκρέσου και προωθήθηκαν ενεργά από τον ισχυρό χρηματοπιστωτικό κλάδο σε κάθε βήμα, είχαν αφαιρέσει βασικές διασφαλίσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν βοηθήσει στην αποφυγή της καταστροφής».
Το ντοκιμαντέρ του Charles Ferguson, Inside Job, παρουσίασε τον Γκρίνσπαν ως έναν από τους ενόχους της χρηματοπιστωτικής κρίσης, λόγω της αντίθεσής του στην ομοσπονδιακή ρύθμιση των αγορών στεγαστικών δανείων και παραγώγων τη δεκαετία του 1990. Ο Γκρίνσπαν αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη για την ταινία.
Η καταστροφή οδήγησε σε μια έντονη επανεκτίμηση της καριέρας του. Η προθυμία του να σπεύσει για τη διάσωση των πληγεισών αγορών, ενώ ταυτόχρονα ασπαζόταν τον καπιταλισμό laissez-faire, δέχτηκε κριτική, όπως και η φιλοσοφία των ελεύθερων αγορών που τον έκανε καχύποπτο απέναντι στη ρύθμιση των τραπεζών και επιφυλακτικό απέναντι στην παρέμβαση στην αγορά στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου, η οποία μαστιζόταν από σκάνδαλα.
Ο Γκρίνσπαν υποστήριξε με ενθουσιασμό τη χαλάρωση των ρυθμιστικών δεσμών στη Γουόλ Στριτ κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Κλίντον, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης μεγάλων τμημάτων του νόμου Glass-Steagall, ο οποίος είχε διαχωρίσει τις εμπορικές από τις επενδυτικές τραπεζικές συναλλαγές.
Απέρριψε τον διοικητή της Fed, Έντουαρντ Γκράμλιχ, ο οποίος υπηρέτησε στο διοικητικό συμβούλιο από το 1997 έως το 2005, όταν ο τελευταίος του πρότεινε το 2000 να χρησιμοποιήσει εξεταστές της Fed για να πατάξει πιο δυναμικά τον επιθετικό δανεισμό.
Και ο πρόεδρος της Fed χρησιμοποίησε επί χρόνια την επιρροή του για να αντιταχθεί πεισματικά στην αυστηρότερη ρύθμιση των παραγώγων – προϊόντων που αργότερα βρέθηκαν στην καρδιά της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το 2003, ο Γκρίνσπαν επαίνεσε τα παράγωγα, υποστηρίζοντας ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είχαν γίνει «λιγότερο ευάλωτα σε σοκ από υποκείμενους παράγοντες κινδύνου» και ότι «το χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολό του έχει γίνει πιο ανθεκτικό».
«Η Κρίση»
Ο Γκρίνσπαν παρουσίασε την υπεράσπισή του το 2010 σε μια μελέτη 63 σελίδων με τίτλο «Η Κρίση». Αναδρομικά, είπε, οι τράπεζες ανέλαβαν υπερβολικό κίνδυνο και διέθεταν πολύ λίγα κεφάλαια στα οποία να μπορούν να βασιστούν όταν τα πράγματα πήγαν στραβά. Απορρίπτει την άποψη ότι ήταν ρόλος της Fed να αποτρέψει τη δημιουργία φούσκας στην αγορά ακινήτων αυξάνοντας τα επιτόκια.
«Με κάποιο επιτόκιο, η νομισματική πολιτική μπορεί να συντρίψει οποιαδήποτε φούσκα», έγραψε. « Αν όχι 6,5%, δοκιμάστε το 20%, ή ακόμα και το 50%. Οποιαδήποτε φούσκα μπορεί να καταστραφεί, αλλά η ευημερία θα είναι το αναπόφευκτο θύμα.»
Οι αποτυχίες της ρύθμισης που προηγήθηκαν της χρηματοπιστωτικής κρίσης δεν οφείλονταν μόνο στον Γκρίνσπαν ή στην Fed. Ενώ ο Βόλκερ ήταν καχύποπτος απέναντι στην χρηματοοικονομική καινοτομία, οι κορυφαίοι πολιτικοί της δεκαετίας του 1990 και του 2000 την εξύμνησαν και επέκριναν τις προσπάθειες περιορισμού της μέσω της κυβερνητικής θέσπισης κανόνων. Ωστόσο, μια μεγαλύτερη ευαισθησία στην παραλογικότητα των ελεύθερων αγορών και τους επικίνδυνους κύκλους των χρηματοοικονομικών θα μπορούσε να είχε οδηγήσει τον Γκρίνσπαν να ανταποκριθεί καλύτερα στους κινδύνους που δημιουργούνταν τη δεκαετία του 2000.
Ο Γκρίνσπαν ενσάρκωσε τόσο το ελεύθερο χρηματοοικονομικό ήθος της εποχής πριν από την κρίση όσο και βοήθησε στη διαμόρφωσή της. Ως εκ τούτου, το όνομά του θα παραμείνει στενά συνδεδεμένο με τον οικονομικό κατακλυσμό που έπληξε το ίδρυμά του μετά την αποχώρησή του – μια κρίση που άφησε ένα διαρκές σημάδι στις δυτικές οικονομίες, αναφέρουν οι Financial Times.


































