Με κέρδη 7 τρισ. δολ. παγκοσμίως και 35,2 δισ. ευρώ για τις ελληνικές μετοχές, και με πρωταγωνιστές τις τεχνολογικές μετοχές παρά το γεγονός πως ο ενθουσιασμός για την ΑΙ συνυπάρχει με τους φόβους για φούσκα, ολοκλήρωσαν το α΄ εξάμηνο του 2026 οι χρηματιστηριακές αγορές, αντιστρέφοντας μάλιστα απώλειες 9 τρισ. δολ. του περασμένου Μαρτίου όταν η έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή εκτίναξε τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 120 δολ./βαρέλι, αυξάνοντας τον πληθωρισμό και διαψεύδοντας τις προσδοκίες για τα επιτόκια.
Για το β’ εξάμηνο του έτους, κορυφαίοι επενδυτικοί οίκοι εκτιμούν πως, παρά το γεγονός ότι οι μετοχικές αγορές κινούνται σε ιστορικά υψηλά, οι θετικές αποδόσεις θα συνεχιστούν, λόγω της ισχυρής κερδοφορίας και της αυξημένης ρευστότητας στο σύστημα, την ώρα που η παγκόσμια οικονομία επιδεικνύει ανθεκτικότητα, η αισιοδοξία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη παραμένει, ενώ η επαναφορά των ροών του πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ πιέζει τις τιμές του πετρελαίου.
Οι ξένοι ποντάρουν στο επενδυτικό story της Ελλάδας, καθώς η οικονομία συνεχίζει να υπεραποδίδει της ευρωζώνης
Η σημαντικότερη πρόκληση για τις κυβερνήσεις και τις Κεντρικές Τράπεζες έχει να κάνει με το κατά πόσο θα εμφανιστούν δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό, επηρεάζοντας και την πορεία των επιτοκίων, ενώ το ρίσκο αφορά ενδεχόμενη επανάληψη των πολεμικών συγκρούσεων μετά το τέλος των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.
Τρία ερωτήματα
Για τη Fidelity η οικονομία παραμένει ανθεκτική, ενώ και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή δεν ήταν αρκετές για να εκτροχιάσουν την ανάπτυξη. Το γεγονός ότι οι μετοχικές αγορές καταγράφουν το ένα ιστορικό υψηλό μετά το άλλο, μπορεί, όπως είναι φυσικό, να καθιστά επιφυλακτικούς τους επενδυτές, αλλά αν και μια διόρθωση στο δεύτερο εξάμηνο δεν μπορεί να αποκλειστεί, εν τούτοις αν η αύξηση των εταιρικών κερδών διατηρηθεί, τα επιτόκια δεν γίνουν εμπόδιο και οι πολεμικές συγκρούσεις δεν επανέλθουν, η ανοδική κίνηση των αγορών θα μπορούσε να συνεχιστεί. Στις εκτιμήσεις της για το β΄ εξάμηνο η BlackRock ανέφερε ότι η τεχνητή νοημοσύνη «αυξάνει την πιθανότητα μιας μόνιμης έκρηξης της ανάπτυξης επιταχύνοντας την ίδια την καινοτομία».
Τρία ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: αν η AI οδηγείται σε συνθήκες φούσκας, πόσο κοστοβόρα θα είναι και ποιος θα αποκομίσει τελικά τα περισσότερα κέρδη από αυτήν». Ωστόσο, όπως παρατηρούν αναλυτές της αγοράς, ο δείκτης Buffett (Buffett Indicator), που πήρε το όνομά του από τον κορυφαίο μεγαλοεπενδυτή Warren Buffett (Berkshire Hathaway) και αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς δείκτες αποτίμησης, συγκρίνοντας τη συνολική κεφαλαιοποίηση μίας αγοράς με το ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας, δεικνύει πως η συνολική κεφαλαιοποίηση των χρηματιστηριακών αγορών των ΗΠΑ ως προς το ΑΕΠ της χώρας έχει εκτοξευτεί στο 218%, πολύ πιο πάνω από τα επίπεδα της φούσκας των «dot-com» ή της εποχής της κατάρρευσης της Lehman Brothers και της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και σε υπερδιπλάσια επίπεδα του ιστορικού μέσου όρου, έναντι του 82% του ΑΕΠ για τις ευρωπαϊκές αγορές και 63% του ΑΕΠ του 2026 για το ελληνικό χρηματιστήριο. Η κεφαλαιοποίηση της αγοράς των ΗΠΑ είναι εξάλλου η μισή περίπου των 167 τρισ. δολ. της συνολικής κεφαλαιοποίησης όλων των χρηματιστηριακών αγορών του πλανήτη.
To ελληνικό χρηματιστήριο
Από την άλλη πλευρά, το ελληνικό χρηματιστήριο σημείωσε κέρδη 16% το α΄ εξάμηνο (πρώτη σε απόδοση η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με +73,1%) με κύριο χαρακτηριστικό τη συνεχή ενίσχυση της χρηματοοικονομικής εικόνας των εισηγμένων, οι οποίες προχωρούν στην άντληση νέων κεφαλαίων με τις εκδόσεις τους όχι μόνο να υπερκαλύπτονται, αλλά να προσφέρουν και άμεσες αποδόσεις στους συμμετέχοντες στηρίζοντας το θετικό κλίμα.
Οι αυξήσεις κεφαλαίων, οι εταιρικές πράξεις, αλλά και οι εταιρικές ομολογιακές εκδόσεις που έχουν γίνει ή έχουν ανακοινωθεί κυμαίνονται στα 8,36 δισ. ευρώ, αποτελώντας θετική εξέλιξη για μια αγορά η οποία, με τελικό ορίζοντα τον Μάιο του 2027 θα είναι ενταγμένη στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών όλων των μεγάλων παροχών δεικτών, αν και ως τότε θα δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα funds τόσο αναδυομένων όσο και ανεπτυγμένων αγορών.
Οι ξένοι ποντάρουν εξάλλου στο επενδυτικό story της Ελλάδας, καθώς η οικονομία συνεχίζει να υπεραποδίδει της ευρωζώνης, ενώ και τα εταιρικά κέρδη σημειώνουν συνεχή ιστορικά υψηλά, αν ο προβληματισμός σχετικά με τον εκλογικό κύκλο αρχίζει να αυξάνει.
Η Goldman Sachs, στο πλαίσιο της στρατηγικής της για το δεύτερο εξάμηνο, διατηρεί σύσταση «αύξησης θέσεων» (Overweight) στις ελληνικές μετοχές δίνοντας τιμή-στόχο τις 2.600 μονάδες για τον Γενικό Δείκτη. Αναμένει συνολική απόδοση 15% περίπου τους επόμενους 12 μήνες, καθώς τα περιθώρια ανόδου με βάση την τιμή-στόχο κυμαίνονται στο 5%, ενώ προσθέτει κέρδη 4% από την απόδοση της ισοτιμίας (για τους δολαριακούς επενδυτές) και 5% από τη μερισματική απόδοση των μετοχών.
Αισιόδοξοι για τις προοπτικές των αγορών το β΄ εξάμηνο παραμένει και η Citigroup, έχοντας θέσει ως στόχο για τον δείκτη σηματωρό των διεθνών μετοχικών τάσεων S&Ρ 500 τις 8.100 μονάδες για το τέλος του 2026, καθώς όπως εκτιμά τα εταιρικά κέρδη θα υπερβούν τη μέση εκτίμηση της αγοράς.
Είναι αλήθεια ότι το μεγαλύτερο μέρος της αναβάθμισης των εταιρικών κερδών από τις αρχές του έτους προήλθε από τη δυναμική του τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (AI), κυρίως στους κλάδους των ημιαγωγών και του τεχνολογικού εξοπλισμού (hardware).
Ωστόσο, καθώς προχωράμε στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, η άνοδος αναμένεται πως θα αποκτήσει ευρύτερη βάση και θα επεκταθεί σε περισσότερους κλάδους.
Παράλληλα, η αποκλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν, η υποχώρησης των τιμών του πετρελαίου και, ενδεχομένως, η μείωση των πληθωριστικών πιέσεων, δημιουργούν προϋποθέσεις για επανατοποθετήσεις χαρτοφυλακίων.
Οι οικονομολόγοι της Citigroup προβλέπουν ότι οι οικονομικές συνθήκες θα παραμείνουν σε γενικές γραμμές ανθεκτικές, με τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη να ασκούν ολοένα και μεγαλύτερη θετική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα.
Mετοχές ανάπτυξης
Παράλληλα, οι φόβοι για νέες αυξήσεις επιτοκίων από τη Fed ενδέχεται να αποδειχθούν υπερβολικοί, ενώ οι αναλυτές εμπορευμάτων της Citi εκτιμούν ότι οι τιμές του πετρελαίου θα κινηθούν χαμηλότερα. Η ομάδα ποσοτικής ανάλυσης της Citi εξακολουθεί να προτιμά τις μετοχές ανάπτυξης. Παρότι οι θετικές επιδράσεις της τεχνητής νοημοσύνης θα συνεχίσουν να αποτελούν βασικό πυλώνα της επενδυτικής ιστορίας, θεωρείται ότι δημιουργούνται πλέον σημαντικές ευκαιρίες επιλογής μετοχών (stock picking) σε ένα ευρύτερο φάσμα κλάδων.
Το τμήμα εμπορευμάτων της τράπεζας αναμένει πως οι τιμές του πετρελαίου Brent θα υποχωρήσουν στα 60-65 δολάρια ανά βαρέλι μέσα στους επόμενους 6-12 μήνες, απόρροια της σταδιακής εξομάλυνσης των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενώ οι κίνδυνοι για τις τιμές των αγροτικών προϊόντων παραμένουν ανοδικοί, ιδιαίτερα για τα λεγόμενα «μαλακά» αγροτικά εμπορεύματα (soft Commodities), λόγω αυξημένων κινδύνων στην προσφορά που συνδέονται με πιθανές δυσμενείς καιρικές συνθήκες εξαιτίας του El Nino.
Ενα σοκ στην προσφορά αλουμινίου αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων και σε επανεκκίνηση της ανοδικής πορείας των τιμών, συστήνοντας τοποθετήσεις σε περιόδους διόρθωσης, ενώ θεωρούν πως οι επενδυτές θα πρέπει να περιμένουν για αργότερα μέσα στο καλοκαίρι πριν αυξήσουν την έκθεσή τους στον χρυσό.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ








































