Ο ΦΠΑ εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο στον βασικό «αιμοδότη» των δημόσιων εσόδων στην Ελλάδα, σύμφωνα με το Annual Report on Taxation 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάτι που λειτουργεί εις βάρος της τσέπης των πολιτών, με την ευθύνη να «βαραίνει» την κυβέρνηση της ΝΔ.
Την ώρα που οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιδιώκουν να περιορίσουν σταδιακά την εξάρτησή τους από τους φόρους κατανάλωσης, η Ελλάδα ακολουθεί αντίθετη πορεία, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση της συμμετοχής του ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα την τελευταία δεκαετία.
Πρόκειται για τους κοινώς λεγόμενους «άδικους φόρους», οι οποίοι…χτυπούν το ίδιο όλα τα εισοδηματικά στρώματα. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ότι το φορολογικό βάρος εξακολουθεί να μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα νοικοκυριά σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα.
Η εικόνα που αποτυπώνει το Annual Report on Taxation 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι αποκαλυπτική: η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στην εξάρτηση των δημόσιων εσόδων από τον ΦΠΑ την τελευταία δεκαετία, συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες όπου το βάρος των φόρων κατανάλωσης δεν μειώθηκε και, παράλληλα, εμφανίζει τον υψηλότερο πραγματικό φορολογικό συντελεστή επί της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα επιβαρυντικό μείγμα, καθώς οι πολίτες φορολογούνται αρχικά όταν αποκτούν το εισόδημά τους και στη συνέχεια εκ νέου, μέσω του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων, όταν το καταναλώνουν.
Από το 2014 έως το 2024, το μερίδιο του ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκε κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ
Η μεγαλύτερη αύξηση της εξάρτησης από τον ΦΠΑ
Το 2024 τα έσοδα από τον ΦΠΑ αντιστοιχούσαν στο 18,1% του συνόλου των φορολογικών εσόδων στην ΕΕ και στο 7,1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Παρά τη μικρή υποχώρησή τους σε σχέση με το 2023, παρέμειναν πάνω από τη μακροχρόνια τάση, καθώς ο πληθωρισμός και η σταδιακή κατάργηση προσωρινών μειώσεων συντελεστών διατήρησαν τις εισπράξεις σε υψηλά επίπεδα.
Η Ελλάδα ξεχωρίζει, όμως, από την υπόλοιπη Ευρώπη. Από το 2014 έως το 2024, το μερίδιο του ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκε κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ. Ακολούθησαν η Ουγγαρία με αύξηση 2,3 μονάδων και η Ιταλία με 1,8 μονάδες.

Αντίθετα, το Λουξεμβούργο περιόρισε την εξάρτησή του από τον ΦΠΑ κατά 4,1 μονάδες, η Ρουμανία κατά 3,5 μονάδες και η Λιθουανία κατά 2,7 μονάδες.
Το στοιχείο αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι οι εισπράξεις ΦΠΑ αυξήθηκαν. Καταδεικνύει ότι το ελληνικό φορολογικό σύστημα στηρίζεται ολοένα περισσότερο σε έναν έμμεσο φόρο που επιβάλλεται ανεξάρτητα από το εισόδημα του καταναλωτή και για αυτό θεωρείται αναλογικά βαρύτερος για τα φτωχότερα νοικοκυριά, τα οποία διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για καθημερινές ανάγκες.
Η απόκλιση αυτή συνδέεται με φοροδιαφυγή και απάτη, αλλά και με πτωχεύσεις, αφερεγγυότητα επιχειρήσεων, λάθη στις δηλώσεις και την αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης
Το κενό ΦΠΑ και η φορολογική συμμόρφωση
Κρίσιμη παράμετρος για την αξιολόγηση των εσόδων είναι και το λεγόμενο κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ. Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στα έσοδα που θεωρητικά θα εισέπραττε το κράτος σε συνθήκες πλήρους συμμόρφωσης και στα ποσά που τελικά καταλήγουν στα δημόσια ταμεία.
Η απόκλιση αυτή συνδέεται με φοροδιαφυγή και απάτη, αλλά και με πτωχεύσεις, αφερεγγυότητα επιχειρήσεων, λάθη στις δηλώσεις και την αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης. Διαφορετικό μέγεθος είναι το «κενό πολιτικής ΦΠΑ», δηλαδή τα έσοδα που δεν εισπράττονται επειδή εφαρμόζονται μειωμένοι συντελεστές και απαλλαγές αντί ενός ενιαίου κανονικού συντελεστή.
Η συγκεκριμένη ετήσια έκθεση δεν παραθέτει νέο, αυτοτελές ποσοστό για το ελληνικό κενό ΦΠΑ, αλλά υπογραμμίζει ότι τα υψηλά κενά συμμόρφωσης ή πολιτικής συνδέονται συνήθως με χαμηλότερο πραγματικό συντελεστή φορολόγησης της κατανάλωσης.
Για την Ελλάδα, επομένως, διαμορφώνεται ένα φορολογικό παράδοξο: από τη μία πλευρά, η χώρα βασίζεται όλο και περισσότερο στις εισπράξεις από τον ΦΠΑ και, από την άλλη, εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό περιθώριο αύξησης των εσόδων μέσω του περιορισμού των απωλειών, χωρίς να απαιτείται νέα αύξηση των φορολογικών συντελεστών.
Στην κατεύθυνση αυτή εντάσσονται η ηλεκτρονική διαβίβαση παραστατικών και το σύστημα myDATA. Η έκθεση σημειώνει ότι η Ελλάδα προχώρησε σε μεταρρύθμιση του συστήματος φορολογικής πληροφόρησης των επιχειρήσεων και των αυτοαπασχολουμένων, με στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, την αύξηση της διαφάνειας και την καλύτερη αξιοποίηση των ηλεκτρονικών δεδομένων από τη φορολογική διοίκηση.
Οι μόνες χώρες όπου το βάρος των φόρων κατανάλωσης δεν υποχώρησε ήταν η Ελλάδα, η Ουγγαρία και η Γαλλία
Κόντρα στην ευρωπαϊκή τάση στους φόρους κατανάλωσης
Η μεγάλη εξάρτηση της Ελλάδας από τον ΦΠΑ εντάσσεται σε μια ευρύτερη εικόνα υψηλής φορολόγησης της κατανάλωσης.
Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι φόροι κατανάλωσης έχασαν έδαφος κατά την τελευταία δεκαετία. Το μερίδιό τους στα συνολικά φορολογικά έσοδα μειώθηκε από 28,3% το 2014 σε 26,8% το 2024.
Μείωση σημειώθηκε σε 24 από τα 27 κράτη-μέλη. Οι μόνες χώρες όπου το βάρος των φόρων κατανάλωσης δεν υποχώρησε ήταν η Ελλάδα, η Ουγγαρία και η Γαλλία. Οι μεγαλύτερες μειώσεις καταγράφηκαν στην Ιρλανδία και στη Μάλτα, κατά 8,5 ποσοστιαίες μονάδες, και στη Βουλγαρία, κατά 6,8 μονάδες.

Στην Ελλάδα, οι φόροι κατανάλωσης αντιστοιχούσαν το 2024 στο 37,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων, έναντι μόλις 26,8% στην ΕΕ. Η χώρα βρίσκεται, επομένως, περίπου 11 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το ποσοστό αυτό είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη και δείχνει ότι σημαντικό μέρος των κρατικών εσόδων προέρχεται από τον ΦΠΑ, τους ειδικούς φόρους στα καύσιμα, στον καπνό και στο αλκοόλ, καθώς και άλλες επιβαρύνσεις που ενεργοποιούνται κατά την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών.
Υψηλότερα ποσοστά εμφανίζουν η Κροατία, όπου οι φόροι κατανάλωσης καλύπτουν το 48,1% των συνολικών εσόδων, και η Βουλγαρία με 42,8%. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η μεγάλη εξάρτηση από την κατανάλωση συνδυάζεται με εξαιρετικά υψηλή φορολόγηση της εργασίας, κάτι που δεν παρατηρείται στον ίδιο βαθμό στις δύο αυτές χώρες.
Μειώθηκε ο πραγματικός συντελεστής στην κατανάλωση
Παρά την υψηλή συμμετοχή των φόρων κατανάλωσης στα συνολικά έσοδα, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση υποχώρησε στην Ελλάδα κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2014 και 2024.
Η Ελλάδα κατέγραψε, μαζί με το Βέλγιο, τη δεύτερη μεγαλύτερη πτώση στην ΕΕ, μετά τη Σλοβενία, όπου η μείωση έφθασε τις 3 μονάδες. Αντίθετα, σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν στη Λιθουανία, στην Πολωνία και στη Λετονία, εξέλιξη που η Επιτροπή συνδέει και με την υποχώρηση του κενού συμμόρφωσης ΦΠΑ στις συγκεκριμένες χώρες.
Ο πραγματικός συντελεστής φορολόγησης της κατανάλωσης δεν είναι ο ονομαστικός συντελεστής ΦΠΑ. Προκύπτει από τη σχέση των συνολικών εσόδων από τους φόρους κατανάλωσης προς την εκτιμώμενη φορολογική βάση. Επηρεάζεται, επομένως, από τις απαλλαγές, τους μειωμένους συντελεστές, τη φοροδιαφυγή και τη σύνθεση της κατανάλωσης.
Η πτώση του δείκτη στην Ελλάδα, την ώρα που το μερίδιο των εσόδων από τον ΦΠΑ αυξάνεται, υποδηλώνει ότι η ισχυρή εισπρακτική απόδοση συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη διεύρυνση της ονομαστικής κατανάλωσης και τις ανατιμήσεις και όχι αποκλειστικά με τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος.




































