Στην δημόσια συζήτηση που διεξάγεται πρόσφατα στην χώρα μας για την επαναφορά της 13ης σύνταξης, η οποία καταργήθηκε μαζί με την 14η σύνταξη (δεύτερο μνημόνιο) και τον νόμο 4093/2012, στο πλαίσιο των μέτρων εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας. Τα δύο πρώτα μνημόνια συνέβαλαν στην περικοπή των συντάξεων κατά 35% κατά μέσο όρο, και μέχρι το 2016, πριν ψηφιστεί ο νόμος Κατρούγκαλου (Ν.4387/2016), είχαν περικοπεί σωρευτικά από τους συνταξιούχους 65 δις ευρώ από τις συντάξεις τους.
Από το 2016 και μετά επειδή οι νόμοι των δύο πρώτων μνημονίων θεωρήθηκαν αντισυνταγματικοί με την οριζόντια περικοπή των συντάξεων, ο Ν.4387/2016 αντιμετώπισε τον σκόπελο της αντισυνταγματικότητας των μνημονιακών οριζόντιων περικοπών με τον επανυπολογισμό, ενσωματώνοντας τις περικοπές των μνημονιακών νόμων στον νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Σχετικά με την επαναφορά της 13ης σύνταξης στην Ελλάδα, το υπόβαθρο της πρόσφατης δημόσιας συζήτησης που διεξάγεται, σε επιστημονικούς και τεχνικούς όρους είναι λανθασμένο, με την έννοια ότι γίνεται αναφορά στον δημοσιονομικό χώρο και στο ανώτερο όριο των δαπανών σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα καθώς και σε μετρήσεις με χρηματικές μονάδες (ευρώ).
Αντίθετα σε επιστημονικούς και τεχνικούς όρους, η 13η σύνταξη μεθοδολογικά αποτιμάται με την εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης σε βάθος 50 ετών, όπως ακριβώς διεξάγει το Ageing Working Group κάθε τρία χρόνια για την μακροχρόνια βιωσιμότητα και την οικονομική ισορροπία των δημόσιων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Έτσι, σε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης η οικονομική του λειτουργία δεν αναφέρεται μεθοδολογικά μόνο στους σημερινούς ασφαλισμένους και συνταξιούχους, αλλά αναφέρεται και στους μελλοντικούς ασφαλισμένους και συνταξιούχους επιδιώκοντας ταυτόχρονα να εξασφαλίσει το ίδιο βιοτικό επίπεδο λαμβάνοντας υπόψη ίσους οικονομικούς όρους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, συνήθως σε χρονικό ορίζοντα 50 ετών.
Στην κατεύθυνση αυτή η δυσκολία και η πολυπλοκότητα ενός συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ενυπάρχει στην μακροχρόνια οικονομική και κοινωνική του ισορροπία. Δηλαδή, στην ταυτόχρονη επίτευξη της μακροχρόνιας οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής αποτελεσματικότητας (δηλαδή επάρκεια των συνταξιοδοτικών παροχών και ισότητα του βιοτικού επιπέδου της παρούσας και των μελλοντικών γενεών των ασφαλισμένων) και της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Τούτων δοθέντων, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μεθοδολογικά δεν εξετάζει την μακροχρόνια βιωσιμότητα με την μέθοδο των χρηματικών μονάδων υπολογίζοντας ένα αναλογιστικό έλλειμμα σε ευρώ, αλλά ελέγχει την μακροχρόνια βιωσιμότητα και οικονομική ισορροπία με την μέθοδο των δεικτών. Και αυτό επειδή θεωρητικά και εννοιολογικά στην Ευρώπη η κοινωνική ασφάλιση αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα (Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, άρθρο 34) και το κράτος είναι υποχρεωμένο να παρέχει και να εγγυάται την κοινωνική ασφάλιση στους πολίτες και γι’ αυτό τον θεμελιώδη λόγο έχει υποχρεωτικό και καθολικό χαρακτήρα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ελέγχει και παρακολουθεί την πορεία της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ, θέτοντας ως ανώτερο όριο το 16,2%. Έτσι, σ’ ένα δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα δεν έχει νόημα να γνωρίζουμε ότι για παράδειγμα στα επόμενα 50 έτη το έλλειμμα που θα καλυφθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό θα είναι 5 φορές το σημερινό ΑΕΠ, γιατί σε όλες τις χώρες θα φαίνεται ένα τεράστιο αριθμητικό ποσό που θα προκαλεί, προφανώς, προβληματισμό και ανησυχία.
Για παράδειγμα στη χώρα μας το αναλογιστικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα είναι 850 δις ευρώ, δηλαδή περίπου 3,5 φορές το ΑΕΠ του 2025. Οπότε προκύπτει το εξής ερώτημα: είναι βιώσιμο το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα με αυτό το αναλογιστικό έλλειμμα της τάξης των 850 δις ευρώ; Από την Έκθεση του Ageing Report 2024 η απάντηση είναι ότι το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας είναι βιώσιμο δεδομένου ότι μέχρι το 2070 ο δείκτης της συνταξιοδοτικής δαπάνης θα μειωθεί από 14,5% του ΑΕΠ το 2022 σε 12% του ΑΕΠ το 2070. Δηλαδή, ο δείκτης της συνταξιοδοτικής δαπάνης θα διατηρηθεί κάτω από το ανώτερο όριο του 16,2% του ΑΕΠ καθόλη τη χρονική περίοδο 2022 – 2070.
Επίσης, σύμφωνα με την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Ageing Report, 2024) η κρατική χρηματοδότηση θα μειωθεί από το 6,5% του ΑΕΠ στο 4,5% του ΑΕΠ. Αντίστοιχα, στη διάρκεια των 48 ετών 2022 – 2070 που το κράτος θα χρηματοδοτήσει το συνταξιοδοτικό σύστημα με 850 δις ευρώ, θα παραχθεί στην ελληνική οικονομία συνολικό ΑΕΠ της τάξης των 15,5 τρις ευρώ. Δηλαδή, το έλλειμμα του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος στην χώρα μας που θα πρέπει να χρηματοδοτήσει το κράτος μέχρι το 2070 θα είναι το 5,2% του συνολικού παραγόμενου προϊόντος. Από αυτό αναδεικνύεται ότι τα 850 δις ευρώ που φαίνεται ως ένα έλλειμμα του κοινωνικο-ασφαλιστικού συστήματος της χώρας μας, που σε όρους μίας απλοϊκής προσέγγισης θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε χρεοκοπία, η επιστημονική και η τεχνική ανάλυση αναδεικνύει ότι το έλλειμμα αυτό θα είναι μόλις το 5,2% του παραγόμενου προϊόντος της ελληνικής οικονομίας κατά το χρονικό διάστημα 2022 – 2070.
Για αυτό τον λόγο η έννοια του αναλογιστικού ελλείμματος και του «αφανούς χρέους» όπως ονομάζεται, δεν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα στη δημόσια υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, δεδομένου ότι έλεγχος της βιωσιμότητας των δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων πραγματοποιείται με την μέθοδο των δεικτών και συγκεκριμένα με τον δείκτη της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως προς το ΑΕΠ. Τούτων δοθέντων η εκτίμηση (2,5 δις ευρώ) της επαναφοράς της 13ης σύνταξης με την μέθοδο των χρηματικών μονάδων αποδεικνύεται μεθοδολογικά ότι εδράζεται σε λανθασμένο υπόβαθρο. Αντίθετα η εκτίμηση της επαναφοράς της 13ης σύνταξης στην χώρα μας με την επικρατούσα μεθοδολογικά στην ευρωπαϊκή βιβλιογραφία και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέθοδο των δεικτών και ειδικότερα με τον δείκτη της συνταξιοδοτικής δαπάνης αναδεικνύει, σύμφωνα με σχετική εργασία μας, ότι θα συμβάλλει, κατά μέσο όρο την περίοδο 2025-2070, στην αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες (Διάγραμμα).

Συγκεκριμένα στο Διάγραμμα αποτυπώνεται το επίπεδο της συνταξιοδοτικής δαπάνης, όπως έχει υπολογιστεί από το Ageing Working Group (AWG) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2024, η οποία από 13,7% του ΑΕΠ το 2025 μειώνεται σε 12% του ΑΕΠ το 2070. Σημειώνεται ότι αυτός ο υπολογισμός που έχει γίνει από το AWG έχει λάβει ως υπόθεση εργασίας ότι η αύξηση του ΑΕΠ της χώρας μας θα αυξάνεται ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2030-2070 κατά 1,1%. Η πορτοκαλί καμπύλη του Διαγράμματος αντιστοιχεί στον ίδιο υπολογισμό του AWG 2024 με την μόνη διαφορά της καταβολής και της 13ης σύνταξης. Όπως φαίνεται από το Διάγραμμα η συνταξιοδοτική δαπάνη κατά μέσο όρο αυξάνεται κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα και το 2070 εκτιμάται στο 13% του ΑΕΠ. Δηλαδή, αναδεικνύεται ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη με την καταβολή της 13ης σύνταξης είναι σημαντικά χαμηλότερη από το ανώτερο όριο της συνταξιοδοτικής δαπάνης του 16,2% του ΑΕΠ.
Άρα, στο ερώτημα εάν το συνταξιοδοτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι μακροχρόνια βιώσιμο με την καταβολή της 13ης σύνταξης η απάντηση είναι καταφατική δεδομένου ότι σε καμία χρονική στιγμή για τα επόμενα 45 έτη ο δείκτης της συνταξιοδοτικής δαπάνης δεν υπερβαίνει το 16,2% του ΑΕΠ. Παράλληλα εξετάσθηκε στην εργασία μας και ένα σενάριο ευαισθησίας προκειμένου να διερευνηθεί το επίπεδο της μέσης ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ ώστε η συνταξιοδοτική δαπάνη να διατηρηθεί το 2070 στο 12% του ΑΕΠ και να μην αυξηθεί στο 13% του ΑΕΠ λόγω της καταβολής της 13ης σύνταξης. Το εύρημα αυτής της διερεύνησης είναι ότι με 1,3% μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ αντί για 1,1% που λαμβάνει υπόψη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αντισταθμίζεται το δημοσιονομικό κόστος της καταβολής της 13ης σύνταξης.
Κατά συνέπεια αποδεικνύεται από την επιστημονική και τεχνική προσέγγιση ότι η καταβολή της 13ης σύνταξης δεν απειλεί την μακροχρόνια βιωσιμότητα και οικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην χώρα μας δεδομένου ότι ο δείκτης συνταξιοδοτικής δαπάνης ως προς το ΑΕΠ σε όλη τη διάρκεια των προβολών (2025-2070) δεν υπερβαίνει το ανώτερο όριο του 16,2% του ΑΕΠ παρά μόνο αυξάνεται κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα κατά μέσο όρο. Επιβάρυνση, η οποία μπορεί να αντισταθμιστεί με μία μέση ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά μόλις 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από το 1,1% στο 1,3%.
*Των Σάββα Γ. Ρομπόλη Ομότ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου, Βασίλειου Γ. Μπέτση Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου





















![Ειδική παράταση της παραγραφής μετά την έκδοση απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών [Μέρος 4ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/07/forologikes-diloseis.jpg)















