Για δεκαετίες, μία από τις βασικές αρχές της διεθνούς οικονομίας υποστήριζε ότι τα εμπορικά εμπόδια όπως οι δασμοί μειώνουν τη συνολική ευημερία. Από το 2025, όμως, οι ΗΠΑ υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ εφάρμοσε μερικές από τις πιο εκτεταμένες αυξήσεις δασμών των τελευταίων εκατό ετών, με την Ευρώπη να τηρεί, ουσιαστικά, μία υποχωρητική στάση, παρά τις απειλές για αντίποινα και, τελικά, να υπογράφει μία εμπορική συμφωνία που την λες και ταπεινωτική για την ΕΕ.
Ένα σημαντικό μέρος του αναμενόμενου οικονομικού κόστους αποδόθηκε στην αυξημένη αβεβαιότητα και στον κίνδυνο αντιποίνων από τους εμπορικούς εταίρους, όπως υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ο Πολ Κρούγκμαν τον Απρίλιο του 2025. Ωστόσο, πολλοί σημαντικοί εμπορικοί εταίροι απέφυγαν να επιβάλουν δασμούς αντιποίνων ευρείας κλίμακας, γεγονός που μείωσε ορισμένες από τις αρνητικές επιπτώσεις που είχαν αρχικά προβλεφθεί.
Ταυτόχρονα, τα έσοδα από τους δασμούς συνέβαλαν στη χρηματοδότηση των σημαντικών μειώσεων του φόρου εταιρειών και του φόρου εισοδήματος που θεσπίστηκαν παράλληλα με τις δασμολογικές συμφωνίες το καλοκαίρι του 2025, μέτρα τα οποία, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, αναμένεται να προσφέρουν σημαντική δημοσιονομική τόνωση – κάτι που είναι θετικό για τον Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Αυτό όμως εγείρει δύο ερωτήματα: πρώτον, πώς πρέπει να αξιολογούνται οι μακροοικονομικές επιπτώσεις των δασμών, όταν οι κύριοι εμπορικοί εταίροι δεν ανταποκρίνονται με ισοδύναμα αντίποινα μέτρα και τα έσοδα από τους δασμούς χρησιμοποιούνται για τη στήριξη εγχώριων φορολογικών μειώσεων; Δεύτερον, γιατί οι κύριοι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία, απέφυγαν να λάβουν αντίποινα ευρείας κλίμακας;
Το κλασικό επιχείρημα υπέρ του ελεύθερου εμπορίου είναι ότι επιτρέπει στις χώρες να εξειδικεύονται σύμφωνα με τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα, αυξάνοντας έτσι την παραγωγικότητα και το βιοτικό επίπεδο. Το ελεύθερο εμπόριο παραμένει το σημείο αναφοράς υπό τις συνήθεις παραδοχές, αλλά η διεθνής εμπορική θεωρία έχει από καιρό αναγνωρίσει σημαντικές εξαιρέσεις, όπως η προστασία των νεοσύστατων βιομηχανιών, οι εξωτερικές επιδράσεις της παραγωγής, η στρατηγική εμπορική πολιτική και ο βέλτιστος δασμός. Η πρωτοποριακή συμβολή του Χάρι Τζόνσον το 1953 έδειξε ότι μια αρκετά μεγάλη χώρα μπορεί να αυξήσει την εθνική της ευημερία επιβάλλοντας μονομερώς δασμούς.
Το αν το επιχείρημα του βέλτιστου δασμού μπορεί να εφαρμοστεί στους αμερικανικούς δασμούς του 2025 αποτελεί αντικείμενο τρέχουσας συζήτησης. Είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι οι δασμοί αντιποίνων που επιβάλλονται από τους εμπορικούς εταίρους μειώνουν σημαντικά, ή ακόμη και εξαλείφουν, τα οφέλη για την ευημερία που προκύπτουν από τους δασμούς αρχικά.
Η μη εφαρμογή αντιποίνων καθιστά τους δασμούς επωφελείς
Εάν άλλες χώρες ανταποκριθούν με ισοδύναμους δασμούς, τυχόν οφέλη στις αγορές εισαγωγών θα αντισταθμιστούν από απώλειες στις αγορές εξαγωγών. Το αποτέλεσμα μοιάζει με το δίλημμα του φυλακισμένου, σημειώνει χαρακτηριστικά στο Social Europe ο Κρίστιαν Μπρούερ, ανώτερος οικονομολόγος στο Ινστιτούτο Μακροοικονομικής Πολιτικής του Ιδρύματος Hans Boeckler και επίτιμος καθηγητής δημόσιας οικονομίας στο Πολυτεχνείο του Κέμνιτς στην Γερμανία, και εξηγεί πως ενώ κάθε μεγάλη χώρα έχει κίνητρο να επιβάλει μονομερώς δασμούς, τα αμοιβαία αντίποινα οδηγούν όλα τα μέρη σε χειρότερη θέση από ό,τι στο πλαίσιο του ελεύθερου εμπορίου.ά τα οφέλη θα εξαφανιστούν μόλις οι κύριοι εμπορικοί εταίροι ανταποκριθούν με ισοδύναμα αντίμετρα.
Οι πρόσφατες εξελίξεις από το 2025 και μετά δείχνουν πως ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει σημαντικές αυξήσεις δασμών, αρκετοί σημαντικοί εμπορικοί εταίροι έχουν σε μεγάλο βαθμό αποφύγει να λάβουν αντίποινα σε επίπεδο δασμών. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι ΗΠΑ έχουν εφαρμόσει έναν βέλτιστο δασμό. Ενισχύει, ωστόσο, τα επιχειρήματα υπέρ των δασμών: εάν οι μεγάλοι εμπορικοί εταίροι δεν ανταποκρίνονται με ισοδύναμους δασμούς, μειώνουν το κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ειδικότερα, τα έσοδα από δασμούς για τις ΗΠΑ του Τραμπ, τα οποία τον Φεβρουάριο του 2026 προβλέπονταν να ανέρχονται σε περίπου 400 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με το δημοσιονομικό κόστος των μειώσεων του φόρου εταιρειών και του φόρου εισοδήματος που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο του νόμου «One Big Beautiful Bill», σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου.
Στο βαθμό που τα έσοδα από τους δασμούς συμβάλλουν στη χρηματοδότηση αυτών των φορολογικών μειώσεων, το συνολικό πακέτο μέτρων μπορεί να ενισχύσει την ελκυστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών ως τόπου παραγωγής, όπως ακριβώς συμβαίνει στην κλασική περίπτωση της δημοσιονομικής υποτίμησης.
Η Ευρώπη αντιμετωπίζει έναν πιο έντονο ανταγωνισμό
Για εμπορικούς εταίρους όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτό σημαίνει ότι οι επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών ενδέχεται να εκτείνονται πολύ πέρα από τον άμεσο αντίκτυπό τους στις εμπορικές ροές. Εάν τα έσοδα από τους δασμούς συμβάλλουν στη χρηματοδότηση χαμηλότερης φορολογίας των επιχειρήσεων, το πακέτο μέτρων ενδέχεται να εντείνει τον διεθνή φορολογικό ανταγωνισμό και τον ανταγωνισμό ως προς την επιλογή της έδρας σε βάρος της Ευρώπης. Το συνολικό πακέτο μέτρων ενδέχεται να ενισχύσει τα κίνητρα παραγωγής στις ΗΠΑ, ενώ θα αποδυναμώσει τη σχετική ανταγωνιστικότητα των Ευρωπαίων παραγωγών.
Συνεπώς, οι μακροοικονομικές συνέπειες είναι πιθανό να ξεπεράσουν τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις στις τιμές που συνήθως συνδέονται με τους δασμούς. Με την πάροδο του χρόνου, ενδέχεται να επηρεάζουν όλο και περισσότερο τις επενδυτικές αποφάσεις των επιχειρήσεων, τους τόπους παραγωγής και τη διεθνή κατανομή του κεφαλαίου.
Πρόσφατη μελέτη της Άννας Ιγκνάτενκο και άλλων συγγραφέων εκτιμά ότι ο βέλτιστος δασμολογικός συντελεστής για τις ΗΠΑ κυμαίνεται γύρω στο 19%, βάσει συγκεκριμένων υποθέσεων του μοντέλου. Εάν αυτές οι εκτιμήσεις αποτελούν ένα λογικό σημείο αναφοράς, οι δασμολογικοί συντελεστές της τάξης του 15% ενδέχεται να εμπίπτουν στο εύρος εντός του οποίου τα θετικά αποτελέσματα παραμένουν θεωρητικά πιθανά.
Αυτό μετατοπίζει το επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής συζήτησης. Εάν η αποφυγή αντιποίνων μειώνει το οικονομικό κόστος των αμερικανικών δασμών για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μειώνει επίσης τον αποτρεπτικό παράγοντα έναντι περαιτέρω αυξήσεων των δασμών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δικαιολογήσει τη συντηρητική της προσέγγιση επισημαίνοντας τους κινδύνους κλιμάκωσης, καθώς και τις ευρύτερες οικονομικές και ασφαλιστικές εξαρτήσεις.
Ωστόσο, εάν αυτές οι εξαρτήσεις ενταθούν περαιτέρω στο πλαίσιο των αναδυόμενων εμπορικών συμφωνιών, οι οποίες προβλέπουν αυξημένες ευρωπαϊκές αγορές ενέργειας και στρατιωτικού εξοπλισμού από τις ΗΠΑ, το ζήτημα του πώς μπορεί η Ευρώπη να διαφυλάξει τη μακροπρόθεσμη οικονομική της αυτονομία θα αποκτήσει όλο και μεγαλύτερη σημασία.
Οι πρόσφατες εξελίξεις εγείρουν επίσης ερωτήματα σχετικά με τη σταθερότητα του νέου πλαισίου. Η αμερικανική κυβέρνηση έχει επανειλημμένα επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα που φαινόταν να έχουν επιλυθεί, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν περαιτέρω επαναδιαπραγματεύσεις. Τον Απρίλιο και εκ νέου τον Ιούνιο του 2026, αναθεωρήθηκε η μεταχείριση των προϊόντων χάλυβα και αλουμινίου, συμπεριλαμβανομένων αλλαγών στην αποτίμηση των δασμών, καθώς και στο πεδίο εφαρμογής και στους συντελεστές που εφαρμόζονται στα παράγωγα προϊόντα.
Τον Μάιο του 2026, η αμερικανική κυβέρνηση απείλησε να αυξήσει τους δασμούς στα αυτοκίνητα στο 25%, αντί ποσοστού 15% που προβλεπόταν στη συμφωνία με την ΕΕ. Ένα μήνα αργότερα, απείλησε με δασμούς έως και 100% ως αντίδραση στους φόρους επί των ψηφιακών υπηρεσιών ή σε παρόμοια μέτρα που επηρεάζουν τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας.
Αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν ότι η εμπορική συμφωνία ΕΕ – ΗΠΑ δεν πρέπει να θεωρείται ως αξιόπιστη μακροπρόθεσμη βάση για τις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις. Πέρα από τις γενικές οικονομικές αντιρρήσεις σχετικά με την απουσία αντιποίνων, η επανειλημμένη επανεξέταση των δεσμεύσεων που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης καταδεικνύει την ευπάθεια που δημιουργείται από τις ασύμμετρες οικονομικές εξαρτήσεις.
Επομένως, αντί να επιτρέπει στις εξωτερικές εξαρτήσεις να μετατραπούν σε μέσα πολιτικής πίεσης, η Ευρώπη θα πρέπει να μειώσει τις στρατηγικές της εξαρτήσεις και να αναπτύξει μια αξιόπιστη ικανότητα αντίδρασης σε μελλοντικούς εμπορικούς εξαναγκασμούς.
Πηγή:in.gr



































