Τη δημοσιονομική αξιοπιστία ως στρατηγικό πόρο για την Ελλάδα και την επιτάχυνση των ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων ως προϋπόθεση για ισχυρότερη ανάπτυξη ανέδειξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, σε συζήτηση του Atlantic Council στην Μπανγκόκ. Με φόντο τις υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων, τις ενεργειακές πιέσεις και τον διεθνή ανταγωνισμό για κεφάλαια, υπογράμμισε ότι η ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει η Ευρώπη απέναντι στις κρίσεις δεν αρκεί από μόνη της για να αποτελέσει στρατηγική ανάπτυξης.
«Η δημοσιονομική αξιοπιστία είναι εθνική ισχύς» και αποτελεί «έναν στρατηγικό πόρο», σημείωσε, συνδέοντας τη διατήρηση των δημόσιων οικονομικών σε τάξη με τη δυνατότητα προσέλκυσης επενδύσεων και ενίσχυσης της παραγωγικότητας. Παράλληλα, παρουσίασε την ελληνική πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,3% το 2027 και πρωτογενές πλεόνασμα άνω του 3%, υποστηρίζοντας ότι η αναπτυξιακή δυναμική μπορεί να διατηρηθεί και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η συζήτηση με τον Charles Lichfield πραγματοποιήθηκε στο περιθώριο της Ετήσιας Συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, με αντικείμενο την ενίσχυση της παραγωγικότητας στην Ευρώπη.
Το τέλος του φθηνού κεφαλαίου αλλάζει τις προτεραιότητες
Ο κ. Πιερρακάκης περιέγραψε ένα οικονομικό περιβάλλον αισθητά δυσκολότερο από εκείνο της προηγούμενης δεκαετίας, τονίζοντας ότι «η εποχή του φθηνού και άφθονου κεφαλαίου βρίσκεται πίσω μας». Όπως ανέφερε, οι πληθωριστικές προσδοκίες, οι γεωπολιτικές προκλήσεις, οι ενεργειακές πιέσεις και η αυξανόμενη ζήτηση για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη συμβάλλουν στην άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων.
Επικαλούμενος τη σύγκριση με το 2016, σημείωσε ότι η μέση απόδοση των δεκαετών ομολόγων στην Ευρώπη έχει αυξηθεί από 1,1% σε 4%, ενώ το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα έχει διευρυνθεί από 1,7% σε 3,5%. Σε αυτές τις συνθήκες, υπογράμμισε, οι αγορές εξετάζουν πολύ στενότερα τη δημοσιονομική πορεία των κρατών.
Δεν υιοθέτησε, ωστόσο, εικόνα επιστροφής στην προηγούμενη ευρωπαϊκή κρίση. Αντιθέτως, αναφέρθηκε στο νέο δημοσιονομικό πλαίσιο, στην ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών και στην καλύτερη κεφαλαιοποίηση των τραπεζών ως παράγοντες που διαφοροποιούν τη σημερινή κατάσταση. Για τη Γαλλία εξέφρασε εμπιστοσύνη ότι θα τηρήσει τη δημοσιονομική πορεία που έχει ανακοινώσει, προσθέτοντας ότι το Eurogroup θα στηρίξει την προσπάθειά της.
Από τις αποταμιεύσεις στις επενδύσεις
Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας τοποθέτησε την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, με στόχο περισσότερα ευρωπαϊκά κεφάλαια να χρηματοδοτούν επιχειρήσεις και επενδύσεις εντός της Ευρώπης. Όπως εξήγησε, οι αποταμιεύσεις συσσωρεύονται στους τραπεζικούς λογαριασμούς ή κατευθύνονται σε άλλες αγορές, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να διοχετεύονται στην ευρωπαϊκή οικονομία στον βαθμό που θα μπορούσαν.
Αναφέρθηκε στη συμφωνία για την εποπτεία στο πλαίσιο της ενοποίησης των αγορών, στην οποία, όπως είπε, κατέληξε το ECOFIN την προηγούμενη εβδομάδα στο Λουξεμβούργο. Χαρακτήρισε την πρόοδο των τελευταίων δέκα μηνών σημαντικότερη από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας και έθεσε ως στόχο την ολοκλήρωση της διαδικασίας των τριμερών διαπραγματεύσεων μέσα στους επόμενους δύο μήνες.
Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον υπουργό, δεν είναι μόνο να ιδρύονται επιχειρήσεις στην Ευρώπη, αλλά και να βρίσκουν εδώ τη χρηματοδότηση που χρειάζονται για να αναπτυχθούν και να αποκτήσουν μεγαλύτερη κλίμακα, χωρίς να αναγκάζονται να στραφούν στις ΗΠΑ.
Στην ίδια κατεύθυνση ενέταξε και μια ελληνική πρωτοβουλία για επενδυτικούς λογαριασμούς παιδιών. Όπως ανέφερε, για κάθε παιδί που γεννιέται στη χώρα από τις αρχές του επόμενου έτους, το κράτος θα καταβάλλει ισόποση εισφορά με εκείνη της οικογένειας, για ποσά έως 1.200 ευρώ ετησίως. Διευκρίνισε ότι θα πρόκειται για επενδυτικό και όχι απλώς αποταμιευτικό λογαριασμό, συνδέοντας το πρόγραμμα με την ανάγκη ενίσχυσης της επενδυτικής νοοτροπίας και του χρηματοοικονομικού εγγραμματισμού.
Μεγαλύτερες τράπεζες, αλλά όχι απορρύθμιση
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Κυριάκος Πιερρακάκης στην Τραπεζική Ένωση και στην άρση των εμποδίων που περιορίζουν τη διασυνοριακή χρηματοδότηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, μόλις το 16% της χρηματοδότησης προς επιχειρήσεις στην Ευρώπη είναι διασυνοριακό, ενώ περίπου 230 δισ. ευρώ σε υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού θα μπορούσαν να αποδεσμευτούν εάν περιορίζονταν τα εμπόδια μεταξύ των κρατών-μελών.
Περιγράφοντας τη διαφορετική δομή χρηματοδότησης στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, ανέφερε ότι στις ΗΠΑ το 70% προέρχεται από τις κεφαλαιαγορές, ενώ στην Ευρώπη αντίστοιχο ποσοστό προέρχεται από τις τράπεζες. Παράλληλα, σημείωσε ότι οι διασυνοριακές τραπεζικές συγχωνεύσεις και εξαγορές έχουν μειωθεί μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και ότι οι αμερικανικές τράπεζες επενδύουν στην τεχνολογία δυόμισι φορές περισσότερο από μια μέση ευρωπαϊκή τράπεζα.
Η απάντηση, κατά τον ίδιο, είναι μεγαλύτερα τραπεζικά σχήματα με δυνατότητα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και πραγματοποίησης των αναγκαίων τεχνολογικών επενδύσεων. Έσπευσε, ωστόσο, να διευκρινίσει ότι «η απλούστευση δεν σημαίνει απορρύθμιση», αλλά αποτελεσματικότερη εποπτεία και κανόνες υψηλής ποιότητας.
Στο ζήτημα των κοινών ευρωπαϊκών δικλίδων ασφαλείας ο Κυριάκος Πιερρακάκης έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στην εθνική του θέση και στον θεσμικό του ρόλο. Όπως είπε, δεν υπάρχει συναίνεση στο Eurogroup, αλλά ο ίδιος υποστηρίζει την ανάπτυξη ευρωπαϊκών μηχανισμών για τη ρευστότητα, την εξυγίανση των τραπεζών και τη διαχείριση κινδύνων, ώστε η άρση των εθνικών περιορισμών να συνοδεύεται από αντίστοιχη ευρωπαϊκή προστασία.
Η παραγωγικότητα και οι ευρωπαϊκοί πρωταθλητές
Η ανάγκη μεγαλύτερης επιχειρηματικής κλίμακας δεν περιορίζεται, σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, στις τράπεζες. Συνδέεται με το ευρύτερο χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ. Ο υπουργός ανέφερε ότι, σε ορίζοντα τριάντα ετών, η ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας ήταν 1,8% στις ΗΠΑ και 1,1% στην Ευρώπη, διαφορά 0,7 ποσοστιαίων μονάδων που σωρευτικά δημιουργεί σημαντική απόσταση.
Επικαλούμενος μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, υποστήριξε ότι το ένα τρίτο αυτού του χάσματος θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερες επιχειρήσεις και τη δημιουργία ευρωπαϊκών πρωταθλητών. Στον τραπεζικό τομέα, πάντως, τάχθηκε υπέρ ενός συνδυασμού μεγάλων ομίλων και μικρότερων, εξειδικευμένων περιφερειακών τραπεζών που θα εξυπηρετούν τις τοπικές κοινωνίες.
Ως παράδειγμα αναξιοποίητων δυνατοτήτων έφερε τις υποδομές 5G. Αναφέρθηκε στις ευρωπαϊκές τεχνολογικές επιχειρήσεις της Σουηδίας και της Φινλανδίας που ανταγωνίζονται τους κινεζικούς ομίλους, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να έχει κάνει περισσότερα για την ενίσχυσή τους. Στάθηκε ειδικά στην απουσία ενιαίας πολιτικής για το φάσμα συχνοτήτων 5G, ζήτημα που συνέδεσε και με τη συζήτηση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο.
Για την Τεχνητή Νοημοσύνη, το μήνυμά του ήταν ότι η ευρωπαϊκή πολιτική δεν πρέπει να εξαντλείται στη ρύθμιση. Χρειάζεται, όπως είπε, να αξιοποιηθούν οι δυνατότητές της για την αύξηση της παραγωγικότητας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις ανταγωνίζονται τις τεχνολογικές εταιρείες για την προσέλκυση κεφαλαίων.
Το ελληνικό στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Για την ελληνική οικονομία, ο κ. Πιερρακάκης υποστήριξε ότι η πρόβλεψη ανάπτυξης 2,3% το 2027 αποτυπώνει τη δυνατότητα συνέχισης της αναπτυξιακής πορείας μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Κατά την εκτίμησή του, οι παρεμβάσεις που χρηματοδοτήθηκαν στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στην ενέργεια και σε άλλους τομείς θα έχουν διαρκή αντίκτυπο, ενώ η συνέχεια θα στηριχθεί στις ιδιωτικές επενδύσεις.
Παρουσιάζοντας την εξέλιξη των βασικών μεγεθών, ανέφερε ότι οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν αυξηθεί από 11%, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, σε επίπεδα κοντά στο 18%, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου λίγο πάνω από 21%. Για τις εξαγωγές σημείωσε ότι αντιστοιχούν πλέον στο 42% του ΑΕΠ, έναντι 20% κατά την είσοδο της χώρας στην κρίση και ευρωπαϊκού μέσου όρου 51%.
Ως παραδείγματα σύνδεσης της ελληνικής οικονομίας με μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δεξαμενές κεφαλαίων επικαλέστηκε την εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τη Euronext και την επενδυτική παρουσία της UniCredit στην Alpha Bank. Ειδικά για το χρηματιστήριο, συνέδεσε τη διεύρυνση της πρόσβασης σε ρευστότητα με την προσέλκυση ναυτιλιακών εταιρειών που, όπως ανέφερε, αρχίζουν να εισάγονται στην ελληνική αγορά.
Τεχνολογία και ενέργεια στο νέο παραγωγικό μοντέλο
Στους κλάδους με ιδιαίτερη δυναμική ο Κυριάκος Πιερρακάκης κατέταξε την τεχνολογία και την ενέργεια. Για τον ψηφιακό μετασχηματισμό σημείωσε ότι η αξιοποίηση τεχνολογικών εργαλείων, μαζί με αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο, συνέβαλε και στον περιορισμό της φοροδιαφυγής και του κενού ΦΠΑ. Τόνισε, μάλιστα, ότι στη χάραξη πολιτικής χρειάζεται να συμμετέχουν, πέρα από οικονομολόγους και νομικούς, και άνθρωποι που κατανοούν την τεχνολογία.
Περιγράφοντας τις ελληνικές δυνατότητες, χρησιμοποίησε τη διάκριση ανάμεσα στο «hardware» και στο «software»: η χώρα διέθετε, όπως είπε, τη γεωγραφική θέση και το ανθρώπινο δυναμικό, αλλά της έλειπαν οι κατάλληλες πολιτικές και το περιβάλλον που θα επέτρεπε στις επιχειρήσεις να επενδύσουν.
Στην ενέργεια αναφέρθηκε στον Κάθετο Διάδρομο, τον οποίο χαρακτήρισε σημαντικό όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι δεν αποτελούν επιχείρημα εγκατάλειψης της στρατηγικής αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης της χώρας, αλλά λόγο προσεκτικότερου σχεδιασμού της.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε ότι εισάγεται το 57% της ενέργειας που καταναλώνεται και ζήτησε περισσότερες επενδύσεις στα δίκτυα, στις διασυνδέσεις και στην αποθήκευση, ώστε να ενισχυθεί η στρατηγική αυτονομία. Διαχώρισε την άμεση στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων από τη μεσοπρόθεσμη αντιμετώπιση του προβλήματος, επισημαίνοντας ότι οι επενδύσεις χρειάζονται περισσότερο χρόνο από μια επιδότηση, αλλά προσφέρουν πιο βιώσιμη προστασία απέναντι στο ενεργειακό κόστος.
Για τον ίδιο, η ευρωπαϊκή πρόκληση συνοψίζεται στο «μέρισμα του αυτονόητου»: στην ανάπτυξη που μπορούν να απελευθερώσουν μεταρρυθμίσεις οι οποίες παραμένουν σε εκκρεμότητα επί χρόνια. Το κρίσιμο στοιχείο, όπως υπογράμμισε, είναι πλέον η ταχύτητα με την οποία η σύγκλιση στη διάγνωση των προβλημάτων θα μετατραπεί σε εφαρμοσμένες πολιτικές.








































