Η Τράπεζα της Αγγλίας ζήτησε την επανεξέταση των διαδικασιών έγκρισης προϊόντων της Revolut, ελέγχοντας τους εσωτερικούς μηχανισμούς της εταιρείας, σε μια περίοδο που η fintech αξιοποιεί την πρόσφατα αποκτηθείσα τραπεζική της άδεια στο Ηνωμένο Βασίλειο για να επεκταθεί σε τομείς όπως τα προσωπικά δάνεια.
Σύμφωνα με πηγές των Financial Times, η Αρχή Προληπτικής Εποπτείας της κεντρικής τράπεζας εξέδωσε νωρίτερα φέτος μια εντολή βάσει του λεγόμενου «Άρθρου 166» (Section 166), προκειμένου να εξεταστούν οι κίνδυνοι που απορρέουν από την ταχεία διάθεση νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων από τη Revolut.
Η εντολή δόθηκε περίπου την εποχή που η Revolut εξασφάλισε τελικά πλήρη τραπεζική άδεια, τον Μάρτιο, με στόχο την καλύτερη αξιολόγηση της ευρωστίας των εσωτερικών συστημάτων του ομίλου, ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Μέσα σε λίγο περισσότερο από μία δεκαετία, η Revolut έχει αναπτυχθεί φτάνοντας τους 80 και πλέον εκατομμύρια πελάτες, με την αποτίμησή της να ανέρχεται στα 115 δισ. δολάρια — μέγεθος που ξεπερνά εκείνο τριών εκ των τεσσάρων μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών στην εγχώρια αγορά της.
Η έγκριση της άδειας —έπειτα από πολυετή αναμονή, κατά τη διάρκεια της οποίας η fintech προσπαθούσε να καθησυχάσει τις ρυθμιστικές αρχές σχετικά με τον ταχύ ρυθμό ανάπτυξής της— θεωρήθηκε καθοριστική για την υλοποίηση της φιλοδοξίας της Revolut να επεκταθεί σε 70 χώρες έως το 2030, από τις 40 που δραστηριοποιείται σήμερα. Παράλληλα, έδωσε στη βρετανική τραπεζική οντότητα της Revolut τη δυνατότητα να δέχεται καταθέσεις και να εισέρχεται σε αγορές δανεισμού, στις οποίες κυριαρχούν παραδοσιακά οι εμπορικές τράπεζες.
Η διαδικασία βάσει του «Άρθρου 166» —γνωστή και ως «έλεγχος από ειδικούς» — υποχρεώνει μια εποπτευόμενη εταιρεία να ορίσει εξωτερικούς συμβούλους, οι οποίοι θα εξετάσουν τα εσωτερικά συστήματα και τους ελέγχους της. Η διαδικασία περιλαμβάνει συνήθως έρευνα από λογιστική ή δικηγορική εταιρεία, η οποία καταλήγει σε έκθεση με συστάσεις για τυχόν αναγκαίες βελτιώσεις.
Η εντολή αυτή χρησιμοποιείται ως μέσο συλλογής στοιχείων. Εάν διαπιστωθούν αστοχίες, οι ρυθμιστικές αρχές μπορούν να ασκήσουν τις εξουσίες τους για την επιβολή κυρώσεων ή τη λήψη άλλων μέτρων επιβολής του κανονιστικού πλαισίου σε περίπτωση παραβιάσεων.

Τα αμφιλεγόμενα προϊόντα της Revolut
Τη Δευτέρα, η Revolut ανακοίνωσε σχέδια για την παροχή προσωπικών δανείων χωρίς εξασφαλίσεις, ύψους από 2.000 έως 25.000 λιρών. Παράλληλα, ανακοίνωσε μια συνεργασία με την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων Carne, δίνοντας στους πελάτες τη δυνατότητα να επενδύουν σε ιδιωτικές εταιρείες τεχνολογίας.
Στο πλαίσιο της ραγδαίας ανάπτυξής της, η Revolut έχει υιοθετήσει ένα πολυδιάστατο επιχειρηματικό μοντέλο, το οποίο καλύπτει τομείς όπως οι συναλλαγές σε κρυπτονομίσματα, οι πληρωμές μέσω καρτών και οι συνδρομητικές υπηρεσίες. Ο διευθύνων σύμβουλος, Νικ Στορόνσκι, παροτρύνει τους εργαζομένους να λειτουργούν ως «αυτοκατευθυνόμενοι πύραυλοι» —με ελάχιστη εποπτεία— προκειμένου να αναπτύσσουν νέα προϊόντα.
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή έχει οδηγήσει και σε συγκρούσεις με τις ρυθμιστικές αρχές.
Όπως ανέφεραν παλαιότερα οι Financial Times (FT), η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επέβαλε πέρυσι περιορισμούς στην ανάπτυξη της Revolut, αφού εντόπισε «ελλείψεις» στις διαδικασίες έγκρισης νέων προϊόντων της εταιρείας.
Η ΕΚΤ απαίτησε από τη Revolut να αναθέσει σε τρίτο φορέα την αξιολόγηση των λειτουργιών της που αφορούν τη διαχείριση κινδύνων, τη συμμόρφωση και τα νομικά ζητήματα σχετικά με την κυκλοφορία νέων προϊόντων στην Ευρώπη.
Επιπλέον, οι FT ανέφεραν πέρυσι ότι η Τράπεζα της Αγγλίας καθυστέρησε τη χορήγηση άδειας στη Revolut, εκφράζοντας ανησυχίες για το κατά πόσον οι μηχανισμοί ελέγχου κινδύνων της εταιρείας θα μπορούσαν να συμβαδίσουν με την ταχύτατη επέκταση των δραστηριοτήτων της στο εξωτερικό.






































