Η γήρανση του πληθυσμού είναι το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης επίδρασης της μείωσης της γονιμότητας και της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, με συνέπεια τη συσσώρευση μεγαλύτερου όγκου πληθυσμού στις μεσαίες και μεγαλύτερες ηλικίες (σταδιακή αντιστροφή της ηλικιακής πυραμίδας). Η μεταβολή αυτή της δομής του πληθυσμού στην Ελλάδα μακροπρόθεσμα θα έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τις δημογραφικές προβολές της Eurostat, τη μείωση του πληθυσμού της χώρας μας σε 8,964 εκατ. άτομα (17% μείωση) μέχρι το 2050, σε 7,798 εκατ. άτομα (26% μείωση) μέχρι το 2070 και σε 7,282 εκατ. άτομα (30% μείωση) μέχρι το 2100 (Διάγραμμα 1).
Διάγραμμα 1
Η τάση αυτή οφείλεται στη συνεχή μείωση του δείκτη γονιμότητας ο οποίος έχει μειωθεί κάτω από το όριο αναπλήρωσης των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία από το 1982, όπως αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 2.
Διάγραμμα 2
Ειδικότερα, ο δείκτης γονιμότητας την περίοδο 1950 – 1980 είχε μέσο όρο 2,4 παιδιά ανά γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία. Στη συνέχεια, την περίοδο 1980 – 2010 η μέση τιμή του δείκτη γονιμότητας μειώθηκε σε 1,5 παιδιά ανά γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία και κατά τα τελευταία 15 έτη. Το 2010 ο δείκτης γονιμότητας μειώθηκε από 1,4 παιδιά ανά γυναίκα σε 1,24 παιδιά το 2025, με το μέσο όρο της 15-ετίας (2010-2024) να είναι 1,33 παιδιά ανά γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία. Όμως, από τα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών για την γονιμότητα αναδεικνύεται ότι ο δείκτης γονιμότητας άρχισε να μειώνεται από το 1950, αφού από 2,6 παιδιά ανά γυναίκα μειώθηκε σε 2,08 παιδιά ανά γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία το 1982. Στο γεγονός αυτό συνετέλεσε, κατά βάση, το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα των Ελλήνων στο εξωτερικό που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1950 – 1975, για αναζήτηση εργασίας ενός πλέον εκατομμυρίου Ελλήνων (Διάγραμμα 3).
Διάγραμμα 3

Πηγή: United Nations, World Population Prospects 2024
Έτσι, το δημογραφικό περιβάλλον της μελλοντικής γήρανσης του πληθυσμού της Ελλάδας προβάλλεται ότι τα δημοσιονομικά της χώρας μας μελλοντικά θα δεχτούν πίεση λόγω των αυξημένων κοινωνικών δαπανών από την κοινωνική ασφάλιση, τη δημόσια υγεία και την κοινωνική πρόνοια. Η ανάδειξη αυτής της διαπίστωσης βασίζεται στην παρατήρηση της μείωσης του πληθυσμού σε ηλικίες εργασίας, άρα και του εργατικού δυναμικού καθώς και της ταυτόχρονης αύξησης του ηλικιωμένου πληθυσμού λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής. Με άλλα λόγια, όλο και λιγότερος οικονομικά πληθυσμός θα πρέπει να στηρίξει όλο και μεγαλύτερο μη οικονομικά ενεργό πληθυσμό.
Με βάση αυτή τη διαπίστωση και προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις στα δημοσιονομικά της χώρα μας, προτείνονται πολιτικές περαιτέρω περιορισμού των κοινωνικών δαπανών και του κοινωνικού κράτους και την μετάβαση στην ατομική ευθύνη και τις Αγορές. Δηλαδή, αυτό που προωθείται και επικοινωνείται στους πολίτες σε διάφορα forum είναι ότι το κράτος δεν θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει επαρκείς συντάξεις, ποιοτική δημόσια υγειονομική περίθαλψη και διευρυμένες πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας.
Όμως, η μονόπλευρη αυτή διαπίστωση βασίζεται σε λανθασμένες υποθέσεις εργασίας δεδομένου ότι λαμβάνει υπόψη μόνο τον δημογραφικό παράγοντα της μείωσης του εργατικού δυναμικού παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η γήρανση του πληθυσμού θα συντελστεί σε βάθος 50 ετών σύμφωνα με τις προβολές της Eurostat.
Όμως, σύμφωνα με μελέτες μας, κατά το χρονικό αυτό διάστημα αναδεικνύεται ότι οικονομικές μεταβλητές όπως η παραγωγικότητα της εργασίας, η αύξηση των μισθών, η μείωση της ανεργίας σε επίπεδο κοντά στο 6% και η αύξηση του ποσοστού συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό μπορούν να αντισταθμίσουν το ετήσιο ρυθμό γήρανσης του πληθυσμού τον οποίο έχουμε υπολογίσει σε 1,04% ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι με έναν μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ μόλις κατά 1,04% ετησίως αντισταθμίζεται ο ρυθμός γήρανσης του πληθυσμού. Επιπλέον εάν υποθέσουμε ότι η ανεργία μειωθεί σταδιακά στο 6% και το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό αυξηθεί από το 75% που είναι στην Ελλάδα στο 80% που είναι ο μέσος όρος της Ευρώπης τότε θα υπερκαλυφθούν οι οικονομικές επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί στην Ελλάδα από την μελέτη της ιστορικής και κοινωνικής δημογραφίας τα τελευταία 75 έτη στη χώρα μας διαπιστώνεται ότι στην μεγάλη μείωση της γονιμότητας έχει συμβάλλει η σταδιακή μετάβαση από το πρωτότυπο της πολυμελούς αγροτικής οικογένειας στην αστικοποίηση και την συγκρότηση ολιγομελών οικογενειών με ένα ή το πολύ δύο παιδιά. Στην μετάβαση αυτή στην χώρα μας συνέβαλε η στροφή της οικονομικής δραστηριότητας από τον πρωτογενή τομέα, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών (Διάγραμμα 4).
Στο Διάγραμμα 4, παρατηρώντας το ποσοστό απασχόλησης ανά οικονομικό τομέα δραστηριότητας διαπιστώνεται η συρρίκνωση της απασχόλησης στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα και ο διπλασιασμός της απασχόλησης στον τομέα των υπηρεσιών κατά την περίοδο 1983-2023.
Διάγραμμα 4
Στις συνθήκες αυτές αναδεικνύεται ότι η λύση για την αντιμετώπιση των κοινωνικο-οικονομικών επιπτώσεων της δημογραφικής γήρανσης στην Ελλάδα δεν είναι ούτε ο ατομικός οικονομικός σχεδιασμός (financial planning), ούτε η κεφαλαιοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης, ούτε η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας. Με άλλα λόγια η λύση της δημογραφικής γήρανσης δεν είναι η μεταβίβαση του δημογραφικού κινδύνου από την ευθύνη του κράτους στους πολίτες και την ατομική ευθύνη. Αντίθετα, η λύση εστιάζεται στον σχεδιασμό και την μακροπρόθεσμη (15-20 έτη) υλοποίηση μίας ολιστικής, διαρθρωτικής και συνεκτικής πολιτικής υποστήριξης της δημιουργίας νέων οικογενειών και αύξησης των γεννήσεων.
Στην κατεύθυνση αυτή είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι από την αξιολόγηση των ασκούμενων πολιτικών στην χώρα μας και σε άλλες χώρες της Ε.Ε.-27 που αναφέρονταν, κυρίως, σε παραδοσιακά και αποσπασματικά οικογενειακά επιδόματα αναδεικνύεται, σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία και τις σχετικές κοινωνικο-οικονομικές μελέτες, ότι είναι ανεπαρκείς και αναποτελεσματικές σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, όπως προκύπτει, εξάλλου, και εκ του αποτελέσματος.
Αντίθετα, σε χώρες (Σουηδία, Νορβηγία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία) όπου οι ασκούμενες πολιτικές επικεντρώθηκαν στην υποστήριξη δημιουργίας νέων οικογενειών και στην αύξηση των γεννήσεων με στοχευμένες πολιτικές μείωσης του «κόστους ευκαιρίας» και των δύο γονέων επιτεύχθηκε η ισορροπία οικογενειακής και επαγγελματικής δραστηριότητας με αποτέλεσμα την αύξηση των γεννήσεων.
Πιο συγκεκριμένα, στις προαναφερόμενες χώρες, πολιτικές μακροχρόνιας εφαρμογής (15-20 έτη) οικονομικής αναδιάρθρωσης των οικονομικών σχηματισμών, αύξησης της απασχόλησης και των μισθών, εργασιακής και στεγαστικής ασφάλειας, ειδικό φορολογικό πρότυπο, σοβαρό επίπεδο δαπανών (3,5%-4% του ΑΕΠ ετησίως για την υποστήριξη της δημιουργίας οικογένειας και για κοινωνικές υποδομές, έναντι 1,5% του ΑΕΠ ετησίως του μέσου ευρωπαϊκού όρου), επιτυγχάνοντας έναν αποτελεσματικό συνδυασμό των πολιτικών και μία πολυετή οικονομική δέσμευση, συνέβαλαν τόσο στην διατήρηση του δείκτη γονιμότητας κοντά στο όριο αναπλήρωσης των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία, όσο και στην διαγενεακή ισιρροπία.
O Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι Ομότ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου και ο Βασίλειος Γ. Μπέτσης είναι Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου








































