Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει υποδεχθεί στο Κίεβο, από την αρχή του πολέμου, έξι επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων δυτικών κρατών – Πολωνία, Βρετανία, Αυστρία, Τσεχία, Σλοβενία και Σλοβακία. Από στιγμή σε στιγμή, μάλιστα, αναμένεται να συναντηθεί στην πρωτεύουσα της Ουκρανίας και τους ηγέτης των τριών χωρών της Βαλτικής – Εσθονίας, Λετονίας και Λιθουανίας.

Πιθανότατα, μάλιστα, καθώς η πόλη δεν πολιορκείται πια από τις ρωσικές δυνάμεις, οι επισκέψεις θα πυκνώσουν το επόμενο διάστημα, θέλοντας να αναδείξουν την έμπρακτη αλληλεγγύη της Δύσης με την κυβέρνηση της Ουκρανίας. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν και κάποιοι που, ακόμη και τώρα, θεωρούνται ανεπιθύμητοι. Ανάμεσά τους και ο πρόεδρος της Γερμανίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ.

«Θα ήταν καλύτερο εάν έρχονταν ο καγκελάριος ή άλλα μέλη της κυβέρνησης, ώστε να ληφθούν συγκεκριμένες αποφάσεις για την περαιτέρω αποφασιστική στήριξη της Ουκρανίας», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρέσβης της στο Βερολίνο, Άντρι Μέλνικ. Αφήνοντας έτσι να εννοηθεί, εμμέσως πλην σαφώς, ότι τα σχέδια που είχε καταστρώσει και διαρρεύσει ο Στάινμαγερ πρέπει να «παγώσουν», επ’ αόριστον.

Δυσφορία και οργή από Σολτς

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την αντίδραση και του Όλαφ Σολτς. «Ο πρόεδρος θα ήθελε να μεταβεί στην Ουκρανία και να επισκεφθεί τον πρόεδρό της. Θα ήταν καλό να γίνει δεκτός. Δεν θέλω να κάνω άλλα σχόλια. Είναι κάπως ενοχλητικό, για να το διατυπώσω ευγενικά», είπε – μην μπορώντας πάντως να κρύψει την ενόχληση και την οργή του.

Αμέσως μετά, μάλιστα, στις δηλώσεις που έκανε στο ραδιόφωνο rbb24, ο Σολτς διεμήνυσε πως ούτε ο ίδιος σχεδιάζει να επισκεφθεί σύντομα το Κίεβο. Κάτι που επιβεβαίωσε και ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος, Βόλφγκανγκ Μπίχνερ, υπονοώντας σαφώς ότι από τον αποκλεισμό του Στάινμαγερ συνάγεται το συμπέρασμα πως η Γερμανία είναι γενικώς ένας ανεπιθύμητος εταίρος αυτή τη στιγμή.

Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι εύλογο: Γιατί ο Ζελένσκι επέλεξε να προτιμήσει τον Σολτς από τον Σταϊνμάιερ; Και ακόμη, με ποιο σκεπτικό τους διαχωρίζει, αφού πέρα από το γεγονός ότι εκπροσωπούν θεσμικά τη Γερμανία, προέρχονται και από τις τάξεις του ίδιου κόμματος, των Σοσιαλδημοκρατών;

Σταϊνμάιερ, Σρέντερ και Πούτιν

Σύμφωνα με την εκδοχή που κυριαρχεί, αυτό έγινε εξαιτίας του ρόλου που έχει διαδραματίσει στο παρελθόν ο Σταϊνμάιερ. Τόσο ως δεξί χέρι του Γκέρχαρντ Σρέντερ – ο οποίος, όπως είναι γνωστό, έγινε πολύτιμος συνεργάτης του Βλαντιμίρ Πούτιν όταν εγκατέλειψε την καγκελαρία – όσο και ως υπουργός Εξωτερικών στο μεγαλύτερο διάστημα της 16ετούς διακυβέρνησης της Άνγκελα Μέρκελ.

Από τις συγκεκριμένες θέσεις, όπως λένε οι Ουκρανοί, ο νυν πρόεδρος της Γερμανίας είναι συνένοχος ουσιαστικά στη «φιλορωσική πολιτική» που ακολούθησε το Βερολίνο. Μια πολιτική που, όπως προσθέτουν, ήταν αυτή που άνοιξε την όρεξη του Πούτιν, κάνοντάς τον να αισθανθεί πολύ ισχυρός απέναντι στην Ευρώπη.

Αυτή η εκδοχή, ωστόσο, φωτίζει μόνο τη μία πλευρά – και, πιθανότατα, όχι την πιο σημαντική. Η άλλη είναι ότι η Ουκρανία και προσωπικά ο Ζελέσνκι επέλεξαν συνειδητά να «προσβάλλουν» τη Γερμανία.

Άλλοι είναι τα «αφεντικά»

Με τον τρόπο αυτό, της έδειξαν ότι δεν είναι πλέον το «πρώτο βιολί» στις εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη. Και ταυτόχρονα, ότι προτιμούν άλλους – και πρώτα από όλους τους Αμερικανούς, οι οποίοι προφανώς και έχουν (προκαταβολικά) γνώση όσων συμβαίνουν.

Μια σειρά γεγονότα και δηλώσεις έρχονται να ενισχύσουν αυτή την πλευρά. Όπως είναι, για παράδειγμα, οι αλλεπάλληλες επιθέσεις που έχει εξαπολύσει κατά της Γερμανίας ο Πολωνός πρωθυπουργός (και εκλεκτός των ΗΠΑ), Ματέους Μοραβιέτσκι. Ή, ακόμη, οι δηλώσεις που έκανε ο πρώτος πρόεδρος της Λιθουανίας μετά την ανεξαρτησία της, το 1990, Βιτάουτας Λαντσμπέργκις, ο οποίος ουσιαστικά χαρακτήρισε Σολτς και Στάινμαγερ συνένοχους στα εγκλήματα πολέμου που διαπράττονται στην Ουκρανία από τις ρωσικές δυνάμεις.

Αναμφίβολα, η χρονική συγκυρία στην οποία συμβαίνουν όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Κι αυτό διότι η γερμανική κυβέρνηση εξακολουθεί να αρνείται και το εμπάργκο της ΕΕ στο ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, αλλά και την παράδοση βαρέων και επιθετικών όπλων στο Κίεβο.

Μνήμες Ιράκ και 2003

Ωστόσο, η αιτία και οι συνέπειες πηγαίνουν πιο βαθιά. Τηρουμένων των αναλογιών, οι προσβολές στη Γερμανία και η διαφαινόμενη απομόνωση της Γαλλίας και του Μακρόν, που είναι πλέον φανερό ότι δεν παίζει κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις (με ευθύνη και του Κρεμλίνου), δημιουργούν συνθήκες ενός νέου διχασμού στην Ευρώπη. Ενός διχασμού ανάλογου με εκείνον που την είχε «πληγώσει» το 2003, με αφορμή την εισβολή των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο Ιράκ, όταν και πάλι η Πολωνία και άλλες χώρες που ανήκουν στο «στρατόπεδό» της είχαν ταχθεί στο πλευρό τους, προκαλώντας την οργή των Σιράκ και Σρέντερ.

Αυτή τη φορά, μάλιστα, αυτό που πρέπει να φοβάται η Ευρώπη και κυρίως Βερολίνο και Παρίσι είναι ότι το ρήγμα που προκλήθηκε τότε και καλύφθηκε σταδιακά τα επόμενα χρόνια (χωρίς ποτέ να κλείσει), μπορεί πλέον να μετατραπεί σε αγεφύρωτο χάσμα. Με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για το ίδιο το μέλλον του «ευρωπαϊκού οικοδομήματος».

Ακολουθήστε τον ot.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στον ot.gr

Latest News

Πρόσφατα Άρθρα Διεθνή
Το ΔΝΤ και το μέλλον του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος
Διεθνή |

Το ΔΝΤ και το μέλλον του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος

Οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ αναμετριούνται με τους ραγδαίους μετασχηματισμούς του σύγχρονου κόσμου και πώς αυτοί αλλάζουν τα δεδομένα και για τον ρόλο του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος αναφοράς