Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, τον Μάρτιο του 2025, η Ε.Ε. έδωσε πράσινo φως για ένα από τα πιο φιλόδοξα οικονομικά πακέτα στην ιστορία της: το «ReArm Europe Plan/πλέον Readiness 2030» για την ενίσχυση της άμυνας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το ως άνω Σχέδιο υιοθετήθηκε βάσει του άρθρου 122 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. (ΣΛΕΕ), που λειτουργεί ως μηχανισμός έκτακτης ανάγκης, εξασφαλίζοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να πραγματοποιούν δημόσιες επενδύσεις (όπως στην περίπτωση αντιμετώπισης της πανδημίας) ενώ στοχεύει στη συγκέντρωση, κινητοποίηση και χρήση πόρων (έως και 800 δισ. ευρώ) για επενδύσεις στην άμυνα, μέσω της «απελευθέρωσης» της αξιοποίησης δημόσιας χρηματοδότησης στον τομέα αυτό.
Ειδικότερα, προωθούνται μέτρα όπως η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕΠ), και η δημιουργία ενός νέου ειδικού χρηματοδοτικού εργαλείου για την Ασφάλεια της Ευρώπης (Security Action for Europe/SAFE), ώστε να χρηματοδοτηθούν μαζικές αμυντικές προμήθειες των κρατών μελών μέσω δανείων 150 δισ. ευρώ, που εγγυάται ο προϋπολογισμός της Ε.Ε.
Η πολιτική αυτή ενίσχυσης της άμυνας και του εξοπλισμού (που ξεκίνησε επίσημα για την E.E. με την εισαγωγή του Τίτλου V «Διατάξεις σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας» στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, ενώ πήρε και μια πιο ουσιαστική θεσμική βάση ως «Κοινή Πολιτική Ασφαλείας και Άμυνας/Common Security and Defence Policy» στη Συνθήκη της Λισαβόνας, το 2007) λαμβάνει χώρα εν μέσω γενικότερης τάσης στρατιωτικού επανεξοπλισμού, διεθνώς.
Πράγματι, το 2024, οι συνολικές αμυντικές δαπάνες όλων των κρατώνμελών της Ε.Ε. έφτασαν περίπου τα 343 δισεκατομμύρια ευρώ (EDA, 2025), σχεδόν στο 1.9% του ΑΕΠ της Ε.Ε., με ορίζοντα να αυξηθούν περαιτέρω σε περίπου 381 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2025 (2.1% του ΑΕΠ περίπου) στο πλαίσιο και των νέων πολιτικών όπως το ReArm Europe/Readiness 2030.
Συγκριτικά, οι ΗΠΑ επένδυσαν περίπου 842 δισ. δολάρια για την άμυνα το 2024 (US Department of War), ήτοι περίπου 3,1% του ΑΕΠ, με $145 δισ. να κατευθύνονται σε δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, ενώ η Κίνα αυξάνει σταθερά, τα τελευταία χρόνια, τις επενδύσεις της στην άμυνα (αύξηση 7,2% για το 2024), οι οποίες εκτιμάται ότι ανέρχονται περίπου σε 231 δισ.δολάρια.
Ως προς την ανάπτυξή τους, οι αμυντικοί εξοπλισμοί εξαρτώνται θεμελιωδώς από την επιστήμη και την τεχνολογία. Ειδικότερα, η αμυντική βιομηχανία αναπτύσσει πάντα πρωτοποριακές τεχνολογίες που αργότερα εφαρμόζονται ευρύτερα (dual use), αξιοποιώντας την επιστημονική καινοτομία και τα τεχνολογικά επιτεύγματα . Σήμερα,όμως, το βάθος της τεχνολογικής εξειδίκευσης των αμυντικών εξοπλισμών,μεταβάλλει ακόμα πιο ραγδαία το μοντέλο των πολεμικών συρράξεων και απαιτεί αφενός σημαντική και διαρκή βελτίωση των επιστημονικών εφαρμογών, αφετέρου προϋποθέτει την εκρηκτική χρηματοδότηση της έρευνας και της τεχνολογίας για την ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων (π.χ. Τεχνητή Νοημοσύνη, δορυφορικά συστήματα, κυβερνοεπιθέσεις, drones). Τα ως άνω δε –σε συνδυασμό με τις κρίσιμες αλλαγές που τελούνται σε πολιτικό, γεωστρατηγικό και οικονομικό επίπεδο–, εξηγούν εν τέλει την αύξηση των αμυντικών δαπανών παγκοσμίως, σε επίπεδα που προσεγγίζουν αναλογικά εποχές υψηλών γεωπολιτικών εντάσεων. Για παράδειγμα, η άνοδος της Κίνας και οι στρατηγικές ανάσχεσής της ως νέας οικονομικής και τεχνολογικής υπερδύναμης, οι νέες εμπορικές, τεχνολογικές και πολιτικές ισορροπίες, καθώς και πιο εντοπισμένες και περιφερειακές εστίες εντάσεων και πολέμων με ραγδαίο και συνολικό διεθνή αντίκτυπο (Ουκρανία, Μέση Ανατολή), τροφοδοτούν ένα νέο επίπεδο γεωπολιτικής ανισορροπίας και οδηγούν σε ένα νέο ανταγωνισμό εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Συγχρόνως, η έννοια της «εθνικής ασφάλειας» -ως μέρος της ανάγκης διασφάλισης τεχνολογικής αυτονομίας και παραγωγικής επάρκειας-, αναδεικνύεται σε δομικό στοιχείο (πέραν της επιδίωξης της οικονομικής μεγέθυνσης) των οικονομικών, βιομηχανικών και εμπορικών πολιτικών, τοποθετώντας την επιστήμη και την τεχνολογία στο επίκεντρο.
Ως αποτέλεσμα, οι επιστημονικές πολιτικές συμπαρασύρονται σε κατευθύνσεις που σχετίζονται όλο και περισσότερο με την άμυνα και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Σε έναν κόσμο, όμως, μείζονων κοινωνικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων (κρίσιμες ασθένειες, παγκόσμια φτώχεια, επιδεινούμενες ανισότητες, κλιματική κρίση, δημοκρατική κρίση), τίθεται το ερώτημα κατά πόσο είναι προτεραιότητα η εκθετική αυτή αύξηση των αμυντικών δαπανών (που επιδρά άμεσα στις πολιτικές επιστήμης και τεχνολογίας), ενίοτε ακόμα και εις βάρος του δημοκρατικού διαλόγου επί αυτών (όπως, κατά ορισμένους ευρωβουλευτές, στην περίπτωση του ReArm Europe Plan/Readiness 2030).
Η αρνητική εξέλιξη είναι πολλαπλή και συνδέεται με την ανάπτυξη και αξιοποίηση τεχνολογιών κυρίως για στρατιωτικούς λόγους, την ανακατεύθυνση και αποστέρηση πόρων από την επίλυση κρίσιμων κοινωνικών ζητημάτων, αλλά και την περαιτέρω γεωπολιτική αποσταθεροποίηση λόγω των νέων δεδομένων που προκύπτουν από τον στρατιωτικό υπερ-εξοπλισμό των κυρίαρχων δυνάμεων. Ο J.D. Bernal έγραφε το 1945, «ένα από τα παράδοξα της σημερινής εποχής είναι ότι οι άνθρωποι μπορεί να αλλάζουν τον κόσμο τόσο γρήγορα, που να μην προλαβαίνουν να κατανοήσουν τι ακριβώς κάνουν».
Σήμερα, αυτό το παράδοξο εκφράζεται με την εκρηκτική αύξηση αμυντικών δαπανών και την αντίστοιχη στροφή της επιστήμης. Αυτή η ταχεία όμως στρατιωτικοποίηση απαιτεί (λόγω ακριβώς των σημαντικών συνεπειών της) να κάνουμε τώρα ένα βήμα πίσω, και να αξιολογήσουμε κριτικά, πριν να είναι πια αργά, τις όποιες επιπτώσεις της.
Ο Αντώνης Αγγελάκης είναι Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Η Ανθή Κοσκινά είναι Δρ. Νομικής – Επιστημονική Συνεργάτης στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών (ΕΑΑ) και Καθηγήτρια Νομικής στο Κολέγιο IdEF/Πανεπιστήμιο Paris 13 – Sorbonne Paris Nord
















![Κίνα: Πώς εκτοξεύτηκε στο 1 τρισ. δολ. το πλεόνασμα [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/07/china-port-scaled.jpg)





![Ψηφιακά στοιχεία διακίνησης αποθεμάτων [17ο Μέρος]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/11/Tax-ID-Minors.jpg)
















