Μόλις έφυγε από το Πεκίνο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μαζί με τη συνοδεία του – στην οποία συμμετείχαν ορισμένοι από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες του πλανήτη – κατέφθασε ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν. Είχαν προηγηθεί οι ηγέτες του Καναδά, της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας. Σε συμβολικό επίπεδο, η Κίνα έχει ήδη πετύχει κάτι εξαιρετικά σημαντικό: να εμφανίζεται ως ένα από τα δύο βασικά κέντρα της παγκόσμιας ισχύος και ως επίκεντρο της διεθνούς διπλωματίας.
Οι συμβολισμοί κυριάρχησαν και στη συνάντηση Τραμπ – Σι. Τα οικονομικά αποτελέσματα που επιδίωξε η Ουάσιγκτον ήταν πενιχρά. Οι κινεζικές αγορές διακοσίων αεροσκαφών Boeing και αμερικανικής σόγιας δεν αλλάζουν το δομικά αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο. Αντίθετα, το Πεκίνο επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως δύναμη στρατηγικής σταθερότητας, δίνοντας έμφαση σε μεγάλα γεωπολιτικά ζητήματα: Ταϊβάν, Ιράν, άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Η εικόνα αυτή εξυπηρετεί το αφήγημα της κινεζικής ηγεσίας: ότι η Κίνα είναι σε τροχιά ανόδου ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακμάζουν.
Ο ίδιος ο Σι Τζινπίνγκ επανέλαβε την αγαπημένη του φράση ότι ο κόσμος βρίσκεται μπροστά σε «αλλαγές που συμβαίνουν μία φορά σε έναν αιώνα».
Όμως πίσω από τη διπλωματική χορογραφία κρύβεται μια βαθύτερη πραγματικότητα: η αμερικανοκινεζική σχέση παραμένει βαθιά ανταγωνιστική και έχει αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού διλήμματος ασφαλείας. Ο,τι θεωρεί η μία πλευρά αναγκαίο για την ενίσχυση της ασφάλειάς της, η άλλη το αντιλαμβάνεται ως απειλή. Και αυτό παράγει έναν αυτοτροφοδοτούμενο στρατηγικό ανταγωνισμό που καμία σύνοδος κορυφής δεν μπορεί να αναστείλει.
Το δίλημμα ασφαλείας στην πράξη
Η άνοδος της κινεζικής ισχύος και οι περιφερειακές φιλοδοξίες του Πεκίνου – η πολιτική ενσωμάτωσης της Ταϊβάν, ο έλεγχος της Νότιας Σινικής Θάλασσας, η επιδίωξη περιφερειακής πρωτοκαθεδρίας στη Νοτιοανατολική Ασία και η απομάκρυνση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας από την περιοχή – θεωρούνται στην Ουάσιγκτον άμεση απειλή για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Η Νότια Σινική Θάλασσα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: από εκεί διέρχεται περισσότερο από το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η κινεζική προσπάθεια μετατροπής της περιοχής σε de facto κινεζική ζώνη επιρροής απειλεί όχι μόνο συμμάχους όπως οι Φιλιππίνες και η Ιαπωνία, αλλά και τη βασική αρχή πάνω στην οποία στηρίχθηκε η αμερικανική πρωτοκαθεδρία: την ελευθερία της ναυσιπλοΐας υπό αμερικανική εγγύηση.
Από την κινεζική πλευρά, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Το Πεκίνο θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να «στραγγαλίσουν» την Κίνα μέσα από μια στρατηγική περικύκλωσης: συμμαχίες στον Ινδο-Ειρηνικό, στρατιωτική ενίσχυση Ιαπωνίας και Ταϊβάν, επανεξοπλισμός Αυστραλίας, τεχνολογικοί περιορισμοί, εμπορικός πόλεμος, κυρώσεις και έντονη αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην κινεζική περιφέρεια. Αυτό ακριβώς είναι το κλασικό δίλημμα ασφαλείας: τα αμυντικά μέτρα της μίας πλευράς εκλαμβάνονται ως επιθετικές κινήσεις από την άλλη.
Από την οπλοποίηση στην αποσύζευξη
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η ευρύτερη στρατηγική των δύο πλευρών. Επί δεκαετίες, η παγκοσμιοποίηση παρουσιαζόταν ως πηγή αμοιβαίου οφέλους. Αυτή η αντίληψη ανήκει πλέον στο παρελθόν.
Η αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων έχει μετατραπεί σε όπλο: η κάθε πλευρά χρησιμοποιεί τις οικονομικές αλληλεξαρτήσεις για να ασκήσει πίεση στην άλλη, ενώ παράλληλα επιδιώκει να μειώσει τη δική της εξάρτηση. Αυτό είναι το φαινόμενο της «οπλοποίησης της αλληλεξάρτησης», και η απάντηση και των δύο πλευρών είναι η στρατηγική αποσύζευξη (decoupling).
Η λογική είναι αδυσώπητη. Οσο η αλληλεξάρτηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός εκβιασμού, κάθε πλευρά έχει κίνητρο να τη μειώσει – ακόμη και αν αυτό έχει οικονομικό κόστος. Η Κίνα ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα λάβει «έκτακτα μέτρα» για να υπερβεί τους αμερικανικούς τεχνολογικούς περιορισμούς σε ημιαγωγούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες με τη σειρά τους αναδιοργανώνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους γύρω από συμμαχικές χώρες και επενδύουν μαζικά στην εγχώρια βιομηχανία και την ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών. Το αποτέλεσμα δεν είναι αποκλιμάκωση, αλλά η οικοδόμηση δύο παράλληλων οικοσυστημάτων που αποκλίνουν σταδιακά σε κάθε κρίσιμο τομέα: ημιαγωγοί, τεχνητή νοημοσύνη, ενέργεια, χρηματοπιστωτικές υποδομές, ναυτιλία.
Η στρατηγική πέρα από τα tweets του Τραμπ
Πολλοί αναλυτές επικεντρώνονται στο χαοτικό ύφος του Τραμπ και χάνουν τη βαθύτερη συνέχεια της αμερικανικής στρατηγικής. Η Ουάσιγκτον έχει ταυτόχρονα περιορίσει τις εξαγωγές τεχνολογίας προς την Κίνα, επιταχύνει την επαναβιομηχάνιση μέσω οικονομικών κινήτρων, πιέζει τους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, ενισχύει την επιβολή δευτερογενών κυρώσεων σε κινεζικές εταιρείες, περιορίζει την κινεζική επιρροή στο δυτικό ημισφαίριο και αναδιοργανώνει κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού γύρω από συμμαχικές χώρες. Παράλληλα υλοποιεί το μεγαλύτερο πρόγραμμα επανεξοπλισμού μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, ύψους 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι κινήσεις στη Βενεζουέλα, τον Παναμά, τη Γροιλανδία, το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ αποκτούν διαφορετικό νόημα όταν ιδωθούν συνολικά. Η Βενεζουέλα αποτελούσε προνομιακό προμηθευτή φθηνού πετρελαίου για το Πεκίνο. Ο Παναμάς ήταν η βάση δύο κρίσιμων κινεζικών λιμανιών. Η Γροιλανδία βρίσκεται στην είσοδο των αρκτικών διαδρομών που αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για το ασιατικό εμπόριο. Το Ιράν ήταν ο πιο αδύναμος κρίκος στον άξονα Πεκίνου – Μόσχας – Τεχεράνης και η κύρια πηγή φθηνής ενέργειας για την κινεζική βιομηχανία, ενώ τα Στενά του Ορμούζ ήταν κρίσιμα για τον ενεργειακό εφοδιασμό της Κίνας από τον Περσικό Κόλπο.
Μεμονωμένα, αυτές οι κινήσεις μοιάζουν ασύνδετες. Συνολικά θυμίζουν μια ευρύτερη προσπάθεια αναδιοργάνωσης της ενεργειακής γεωγραφίας και των εφοδιαστικών αλυσίδων σε βάρος της Κίνας. Η βαθύτερη λογική είναι σαφής: η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει ότι η Κίνα βρίσκεται σε ανοδική τροχιά και επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον χρόνο ώστε να ανακόψει τάσεις που απειλούν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία. Γι’ αυτό η σημερινή εμπορική ανακωχή δεν συνιστά πραγματική αποκλιμάκωση. Εξασφαλίζει χρόνο και στις δύο πλευρές να βελτιώσουν τη σχετική τους θέση πριν από μια εντονότερη φάση στρατηγικού ανταγωνισμού.
Ο Θουκυδίδης και η τρίτη επιλογή
Ο Σι Τζινπίνγκ, αναφερόμενος συχνά στην «παγίδα του Θουκυδίδη», υποστηρίζει ότι ο πόλεμος ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις δεν είναι αναπόφευκτος – αρκεί οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποδεχθούν την άνοδο της Κίνας ως ισότιμου πόλου ισχύος. Η Ουάσιγκτον όμως δεν φαίνεται διατεθειμένη να αποδεχθεί το δίλημμα που θέτει το Πεκίνο: κατευνασμός ή σύγκρουση.
Επιλέγει μια τρίτη οδό: μακροχρόνιο ανταγωνισμό από θέση ισχύος – με οικονομικά, τεχνολογικά, χρηματοπιστωτικά και ενεργειακά μέσα, χωρίς άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση.
Πίσω από τα χαμόγελα στο Πεκίνο κρύβεται λοιπόν κάτι βαθύτερο από μια διπλωματική ανακωχή: η αναβίωση ενός νέου Ψυχρού Πολέμου, στον οποίο η μάχη διεξάγεται με όλα τα μέσα πλην των στρατιωτικών. Και όπως στον πρώτο Ψυχρό Πόλεμο, ο πραγματικός ανταγωνισμός δεν θα κριθεί στις συναντήσεις κορυφής – αλλά στα εργοστάσια, τα κέντρα ανάπτυξης τεχνολογίας, τα ναυπηγεία, τα χρηματιστήρια και τις αλυσίδες εφοδιασμού που διαμορφώνουν την ισχύ των κρατών.
Ο κ. Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων






















![Εισόδημα από ακίνητη περιουσία [Μέρος Β]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/11/akinita-3-1024x683-1.jpg)

![Οι κυρώσεις για τις διαδικαστικές παραβάσεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [άρθρο 53 Ν.5104/2024] [Μέρος 6ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/03/income-tax-4097292_1920-1-1024x683-1.jpg)















