Τις αλλαγές που φέρνει για τις ελληνικές εισηγμένες και την επενδυτική κοινότητα η ένταξη του Ελληνικού Χρηματιστηρίου στο Euronext, αλλά και τους λόγους που επελέγη η Αθήνα για την εγκατάσταση τεχνολογικού κόμβου αναλύει ο Στέφαν Μπουζνά, CEO του Euronext μιλώντας στο ΟΤ Delphi Economic Forum XI και στη δημοσιογράφο, Αθανασία Ακρίβου.
Ο κ. Μπουζνά ερωτώμενος για το χρονοδιάγραμμα ενσωμάτωσης της Ελληνικής Αγοράς στο σύστημα της Euronext επισημαίνει ότι η σύνδεση της ελληνικής αγοράς με την ενιαία δεξαμενή ρευστότητας και την ενιαία τεχνολογική πλατφόρμα έχει προγραμματιστεί για τις 27 Ιουνίου, ενώ οι υπηρεσίες εκκαθάρισης και διακανονισμού θα ακολουθήσουν το 2028-2029.
Η μετάβαση στη Euronext
Διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν κίνδυνοι καθυστέρησης και επισημαίνει ότι η ενσωμάτωση θα προσφέρει αυξημένη ορατότητα και ένα σαφές μέλλον για την ελληνική αγορά. «Τα πράγματα προχωρούν πραγματικά καλά. Οι ομάδες της Euronext και της Euronext Αθηνών είναι εξαιρετικές. Έχουμε πολύ καλή επικοινωνία με πελάτες και συνεργάτες. Τον Ιούνιο του ’27, θα συνδέσουμε την ελληνική αγορά στην ενιαία δεξαμενή ρευστότητας, το ενιαίο βιβλίο εντολών και την ενιαία τεχνολογική πλατφόρμα της Euronext», σημειώνει, προσθέτοντας πως χρειάζεται χρόνος γιατί πρέπει να ενταχθούν όλοι οι συμμετέχοντες και να γίνουν τοπικές προσαρμογές.
Αύξηση ρευστότητας
Όσον αφορά στο βασικό ερώτημα της αγοράς είναι αν η ένταξη θα φέρει πραγματική αύξηση συναλλαγών, ο κ. Μπουζνά απαντά με αριθμούς:
- 12–14 δισ. ευρώ ημερήσιος όγκος στην Euronext
- 7 τρισ. ευρώ συνολική κεφαλαιοποίηση
«Η Ελλάδα θα γίνει μέρος αυτού του οικοσυστήματος», τονίζει, προσθέτοντας ότι σε όλες τις χώρες που εντάχθηκαν «είδαμε σημαντική αύξηση ρευστότητας».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στις ελληνικές εταιρείες, ειδικά στη ναυτιλία. «Θέλουμε να φέρουμε τις ελληνικές ναυτιλιακές να εισαχθούν στην Ελλάδα», σημειώνει.

ο Στέφαν Μπουζνά, CEO του Euronext μιλώντας στο ΟΤ Delphi Economic Forum XI και στη δημοσιογράφο, Αθανασία Ακρίβου.
Οι αλλαγές για brokers και επενδυτές
Σχετικά με την ανησυχία για αύξηση του κόστους ή πολύπλοκες απαιτήσεις, αναγνωρίζει ότι η ενσωμάτωση επιφέρει αλλαγές και δαπάνες, αλλά υποστηρίζει ότι μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει σε βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών και μείωση του κόστους χάρη στον αυξημένο ανταγωνισμό και τη ρευστότητα.
«Η ενσωμάτωση φέρνει αλλαγή», λέει, επισημαίνοντας ότι η μετάβαση σε πανευρωπαϊκή πλατφόρμα έχει κόστος τόσο για την αγορά όσο και για τους συμμετέχοντες.
Παράλληλα, η είσοδος διεθνών επενδυτών θα αλλάξει το μοντέλο λειτουργίας: «Θα χρειάζεται λιγότερη διαμεσολάβηση, αλλά περισσότερη ανάλυση και πληροφορία». Με απλά λόγια, οι brokers θα πρέπει να μετακινηθούν από την εκτέλεση συναλλαγών στην παραγωγή αξίας μέσω research.
Περισσότερος ανταγωνισμός, λιγότερα μονοπώλια
Ένα ακόμη μήνυμα με ιδιαίτερη σημασία: το ελληνικό χρηματιστήριο δεν θα λειτουργεί πλέον ως «κλειστή αγορά». «Είναι πολύ πιθανό να μην υπάρχει πια 100% μερίδιο αγοράς», αναφέρει ο Μπουζνά. Η ένταξη σε ανεπτυγμένη αγορά σημαίνει και αυξημένο ανταγωνισμό. Αυτό, όμως, είναι μέρος της ωρίμανσης.
Η «Airbus» των αγορών
Ο ίδιος χρησιμοποιεί μια χαρακτηριστική μεταφορά: «Θέλουμε να δημιουργήσουμε μια Airbus των χρηματοοικονομικών αγορών». Όπως οι ευρωπαϊκές χώρες εγκατέλειψαν την αυτόνομη παραγωγή αεροσκαφών για να δημιουργήσουν έναν παγκόσμιο παίκτη, έτσι και οι αγορές ενοποιούνται.
«Για να χτίσεις κάτι ισχυρό, πρέπει να εγκαταλείψεις λίγο από το “χωριό” σου», λέει με νόημα.
Όσον αφορά τον ρόλο της Euronext Αθηνών, τονίζει ότι η συνένωση δημιουργεί μια κοινή δομή που εξασφαλίζει ισχυρή τοπική αντιπροσώπευση στη λήψη αποφάσεων, με Έλληνες στελέχη να κατέχουν νευραλγικές θέσεις στον όμιλο.
«Θησαυρός» το ανθρώπινο κεφάλαιο
Ο κ. Μπουζνά ξεκαθάρισε ότι η επιλογή της Αθήνας από τη Euronext για τη δημιουργία νέου τεχνολογικού και υποστηρικτικού κέντρου δεν ήταν συγκυριακή. Ήταν μια στρατηγική απόφαση που δείχνει ότι η Ελλάδα επιστρέφει στον ευρωπαϊκό χρηματοοικονομικό χάρτη όχι ως περιφερειακός παίκτης, αλλά ως μέρος ενός ενοποιημένου οικοσυστήματος.
Στάθηκε ιδιαίτερα στην ύπαρξη ενός εξαιρετικού ταλαντούχου ανθρώπινου δυναμικού στην Ελλάδα, με υψηλού επιπέδου εκπαίδευση και διεθνή εμπειρία, καθώς και τη δυναμική ανάπτυξης που παρατηρείται στη χώρα. «Δεν επενδύσαμε στην Ελλάδα και στην Euronext για αυτό που ήταν, αλλά για αυτό που μπορούμε να χτίσουμε μαζί», αναφέρει χαρακτηριστικά.
H συνένωση δημιουργεί μια κοινή δομή που εξασφαλίζει ισχυρή τοπική αντιπροσώπευση στη λήψη αποφάσεων, με Έλληνες στελέχη να κατέχουν νευραλγικές θέσεις στον όμιλο.
Ειδική μνεία έκανε στο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο χαρακτήρισε εξαιρετικό. «Παρά τα όσα συνέβησαν τα τελευταία 15 χρόνια, παρά τη μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση, η χώρα συνέχισε με συνέπεια να επενδύει στην ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού…. Η ποιότητα των αποφοίτων λυκείου, των αποφοίτων πολυτεχνείων, σχολών διοίκησης και νομικών σχολών είναι πραγματικά εξαιρετική», σημειώνει.
Συγκρίνοντας την επένδυση αυτή με την επιτυχημένη ανάπτυξη του τεχνολογικού κέντρου της Euronext στην Πορτογαλία, υπογραμμίζει την φιλοδοξία για κάτι «μεγάλο» στην Αθήνα. «Πιστεύουμε ότι, όπως κάναμε στην Πορτογαλία, όπου το 2016 ξεκινήσαμε με 60 άτομα και σήμερα έχουμε 500 εργαζόμενους στο Πόρτο, μπορούμε να κάνουμε κάτι μεγάλο. Δεν γνωρίζω ακριβώς πώς θα εξελιχθεί η δυναμική, αλλά η φιλοδοξία είναι σαφής», επισημαίνει.
Πώς θα μοιάζει η επιτυχία σε 5 χρόνια
Ο κ. Μπουζνά κλείνοντας περιγράφει το όραμα για την Euronext Αθηνών σε πέντε χρόνια από τώρα: μια πλατφόρμα με σημαντικό αντίκτυπο στον όμιλο, με ταλαντούχα στελέχη να αναλαμβάνουν ηγετικούς ρόλους, αυξημένο αριθμό εργαζομένων στην Αθήνα, και πολύ μεγαλύτερη ρευστότητα στην ελληνική αγορά.
Σε ορίζοντα πενταετίας, το success story θα μετρηθεί σε τρία επίπεδα: περισσότερα ελληνικά στελέχη σε ηγετικές θέσεις, αύξηση απασχόλησης στην Αθήνα, σημαντική άνοδος ρευστότητας και νέες εισαγωγές
Ελπίζει η Ελλάδα να γίνει ελκυστικός τόπος για ελληνικές εταιρείες να αντλήσουν κεφάλαια, υπογραμμίζοντας ότι η ιστορική περίοδος κρίσης θα αποτελέσει μια παρένθεση και πως η Euronext φιλοδοξεί να συνεισφέρει στην παγκοσμιοποίηση, την αποδοτικότητα και την καινοτομία της χώρας.
«Σε ορίζοντα πενταετίας, το success story θα μετρηθεί σε τρία επίπεδα: περισσότερα ελληνικά στελέχη σε ηγετικές θέσεις, αύξηση απασχόλησης στην Αθήνα, σημαντική άνοδος ρευστότητας και νέες εισαγωγές. Και πάνω από όλα, μια αλλαγή αντίληψης: «Θα έρθει μια στιγμή που η περίοδος 2008–2022 θα είναι απλώς μια παρένθεση στην ιστορία», καταλήγει. Η Αθήνα, αυτή τη φορά, φιλοδοξεί να είναι μέρος της επόμενης σελίδας.

































